Τα όσα περιέγραψε μιλώντας στο Κόκκινο 105,5 (Διπλωματικά Μονοπάτια) ο γιατρός Χρήστος Γεωργάλας, που βρέθηκε για ένα μήνα στο νοσοκομείο «Νάσερ» στην Χαν Γιουνίς, είναι μία συγκλονιστική μαρτυρία για την σφαγή χωρίς τέλος και χωρίς όρια που πραγματοποιούν οι ισραηλινές δυνάμεις στην Λωρίδα της Γάζας σε βάρος 2 εκατομμυρίων παλαιστινίων.
«Βρέθηκα για ένα μήνα, από 21 Απριλίου μέχρι 21 Μαΐου, που επέστρεψα, σαν εθελοντής γιατρός με μια επείγουσα ιατρική αποστολή, ιατρική ομάδα από μια βρετανική οργάνωση, Medica Let's Go Palestinians, με έναν αγγειοχειρουργό από την Αγγλία και έναν πλαστικό χειρουργό. Βρεθήκαμε στο νοσοκομείο Νάσερ αυτόν τον ένα μήνα όπου έκανα τόσο επείγουσα ιατρική όσο και κάποια χειρουργεία προγραμματισμένα, που είχαν βέβαια μείνει πάρα πολύ πίσω με τον πόλεμο.
Κοιτάχτε, είναι σαν να πήρα για ένα μήνα μια μικρή δόση, ένα μικρό, μια μικρή αποσπασματική εικόνα από μια γενοκτονία. Και το λέω, ξέρετε κάτι; Για όσους μου λένε ότι πώς πήγες και πώς ήταν τα πράγματα, το έζησα για ένα μήνα. Ακόμα και τώρα μου φαίνεται δύσκολο να συγκρίνω τον εαυτό μου με τους γιατρούς που είναι εκεί, που το ζουν αυτά, τους ανθρώπους που τα ζούνε καθημερινά εδώ και δεκαεννέα μήνες. Σε μένα υπήρχε η δυνατότητα να έρθω, να μπω και να φύγω, να γυρίσω σπίτι μου. Οι άνθρωποι που ζουν αυτό το πράγμα δεν έχουν τέτοια δυνατότητα διαφυγής. Οπότε εγώ αισθάνομαι ότι και να λέω ότι είμαι ευνοημένος. Γύρισα σπίτι μου, είμαι στην Αθήνα. Οι συνθήκες είναι, είναι σφαγείο. Δεν υπάρχει άλλη λέξη να το περιγράψει. Καθημερινά είναι ένας κόσμος τρομαγμένος. Ακούγαμε καθημερινά τις εκρήξεις γύρω από το νοσοκομείο. Το ίδιο το νοσοκομείο χτυπήθηκε δυο φορές, φανταστείτε.
Δύο μέρες πριν φύγω, 19 Μαΐου χτυπήθηκε το προαύλιο του νοσοκομείου και καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς το φαρμακείο και η αποθήκη των φαρμάκων. Στις 13 Μαΐου το πρωί στις τρεις και μισή ξυπνήσαμε από μια έντονη έκρηξη όπου είχε καταστραφεί και χτυπηθεί ο τρίτος όροφος. Σκεφτείτε είμαστε στον τέταρτο. Ο τρίτος όροφος που ήταν η μονάδα εγκαυμάτων.
Και πριν πάμε είχαμε ανησυχία για την αποστολή, γιατί είχαμε διαβάσει ότι είχε χτυπηθεί τον Μάρτιο ξανά, που ήταν ο δεύτερος όροφος, ο χειρουργικός τομέας.
Η οργάνωση με την οποία πήγα στη Γάζα, είναι μια μη κυβερνητική ανθρωπιστική οργάνωση που έχει παρουσία 25 χρόνια με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο. Ναι, μέσα σε συνεννόηση προφανώς με τις ισραηλινές αρχές.
Για να πάμε στη Γάζα ξεκινήσαμε από το Αμάν, περάσαμε από το Ισραήλ και με στρατιωτική συνοδεία μέχρι το Κισουφίμ. Είναι στο, ένα φυλάκιο στην είσοδο της Γάζας, στο κεντρικό τμήμα.
Και στη συνέχεια από εκεί με συνοδεία του ΟΗΕ, της Ανθρωπιστικής Οργάνωσης του ΟΗΕ και θωρακισμένα οχήματα μας πήγαν στο Ντειρ μπαλάχ, όπου μετά με αυτοκίνητα της οργάνωσης πήγαμε στο νοσοκομείο. Η επιστροφή, επειδή το Κισουφίμ ήταν κλειστό λόγω των συγκρούσεων, φύγαμε από το Κεϊρέμ Σαλόμ που είναι στα νότια, κοντά στην περιοχή της Ράφα. Πάλι με θωρακισμένα του ΟΗΕ.
Όλες τις μέρες μέναμε στο νοσοκομείο. Ουσιαστικά δεν είχαμε βγάλει ποτέ τις χειρουργικές ποδιές. Κυκλοφορούσαμε με αυτές γιατί μέναμε στον τέταρτο όροφο, στον όροφο που ήταν τα χειρουργεία και η μονάδα. Εκεί ήταν και ο κοιτώνας μας. Ήμασταν τρεις εμείς. Κοιμόμασταν σε ένα θάλαμο και τρεφόμασταν από το συσσίτιο που έδινε το νοσοκομείο που ήταν το ίδιο για όλους τους εργαζόμενους. Ρύζι ήταν συγκεκριμένα για όλο το καφέ που ήμουν εκεί. Μόνο ρύζι.
Και ήμασταν τυχεροί γιατί δινόταν το συσσίτιο σε όσους ήταν εργαζόμενοι στο νοσοκομείο. Δεν ήταν διαθέσιμο για τους υπόλοιπους ανθρώπους στη Γάζα. Όπως ξέρετε η ανθρωπιστική βοήθεια είχε κοπεί.
Το νερό ήταν μολυσμένο. Είχαμε παραλάβει από την οργάνωση ειδικά φίλτρα για να το φιλτράρουμε πριν το πιούμε. Αυτά τα είχαμε εμείς που εργαζόμασταν, όχι όλοι βέβαια.
Γι' αυτό σας το λέω, ότι ήμασταν ευνοημένοι. Η δική μας η ομάδα ήταν σχετικά ευνοημένη.
Σε ότι αφορά τα ιατρικά και φαρμακευτικά υλικά υπήρχαν ελλείμματα. Υπήρχαν σημαντικά ελλείμματα τα οποία γινόντουσαν πιο έντονα όσο περνούσαν οι μέρες. Ξέρετε, τα πράγματα άλλαζαν μέρα με τη μέρα. Ο αποκλεισμός είχε ξεκινήσει περίπου δυόμιση μήνες και όπως καταλαβαίνετε ότι αποθέματα υπήρχαν, εξαντλούνται, εξαντλήθηκαν στην πορεία των ημερών που βρισκόμουνα εκεί. Μιλώντας τώρα με τους ανθρώπους τις τελευταίες τέσσερις μέρες τα πράγματα έχουν χειροτερέψει ακόμη περισσότερο.
Οι επεμβάσεις γινότανε με πολύ λιγοστά υλικά, με δυσκολία στην αναισθησία, στα φάρμακα της αναισθησίας, όπως μου λέγαν και οι συνάδελφοι. Υπήρχε, υπήρχε μια διάχυτη ανάγκη για πράγματα. Φανταστείτε ότι έβλεπα αναισθησιολόγους που μάζευαν μετά το χειρουργείο της, μιας χρήσης ποδιές ή μιας τις καλύπτρες των ασθενών. Και όταν τους ρώτησα γιατί, τις παίρνουν σπίτι για να ανάψουν τη φωτιά.
Σε ό,τι αφορά τον αριθμό των θανάτων, πιο αντικειμενικά, πιο καλό αρχείο κρατούσε η διοίκηση στο νοσοκομείο. Αλλά μια εικόνα που θα πω, με τον κίνδυνο να μην είναι πλήρως ακριβής γιατί δεν έκανα καταμετρήσεις, δεν ήταν η δουλειά μου αυτή, ήταν δεκάδες. Και ο λόγος είναι ότι το νοσοκομείο ήταν πλέον το μοναδικό πλήρως λειτουργικό στη Γάζα. Ήταν το δεύτερο νοσοκομείο μετά το Αλ Σίφα. Όταν το Αλ Σίφα χτυπήθηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς. Πλέον τη θέση του πήρε το Νάσερ, οπότε ήταν το νοσοκομείο που παραλάμβανε τραυματίες και ασθενείς γενικότερα από όλη τη Γάζα. Βέβαια η μετακίνηση ήταν δύσκολη. Αυτό περιόρισε τη δυνατότητά του να περιθάλψει, αλλά ήταν το μεγαλύτερο νοσοκομείο, οπότε ένα μεγάλο ποσοστό των τραυματιών και των νεκρών ερχόταν στο νοσοκομείο. Αυτό που μου έκανε εντύπωση, πάλι δεν θα μιλήσω για αριθμούς γιατί άλλοι το έχουν υπολογίσει καλύτερα από μένα, ήταν ότι η δική μου η αίσθηση ήταν ότι η πλειοψηφία των τραυματισμένων και των νεκρών ήταν παιδιά.
Παιδιά. Μικρά παιδιά δηλαδή. Και μπορώ να πω ότι στα χειρουργεία που έκανα εγώ στον Τράχηλο σίγουρα πάνω από το 50% ήταν παιδιά οκτώ, εννέα, δέκα, έντεκα ετών. Και ξέρετε, είναι, είναι δύσκολο να το, να το αντιληφθεί, να το συνηθίσει κανείς, ειδικά αν έχει παιδιά, ότι μπορεί ένα παιδί στην ηλικία αυτή να είναι στόχος κάποιου. Ή μπορεί να. Όταν δούλευα στο εξωτερικό, ήμουν δεκαέξι χρόνια που δούλευα στο Λονδίνο και στο Άμστερνταμ σε μεγάλα πανεπιστημιακά νοσοκομεία. Υπήρχαν τραύματα στον Τράχηλο. Συνήθως ήταν σε εγκληματικές ενέργειες, τιμωρίες, ήταν σε ενήλικες. Δεν είχα δει ποτέ τον αριθμό των τραυμάτων και μάλιστα σε παιδιά. Μπορώ να πω στα δεκαέξι χρόνια που είχα δουλέψει στο Λονδίνο και στο Άμστερνταμ δεν είχα δει τα τραύματα που είδα σε ένα μήνα στη Γάζα.
Και με διαφορετική κατανομή ηλικιακή βέβαια, τελείως διαφορετική ηλικιακή κατανομή.
Σε ό,τι αφορά την καταγραφή των νεκρών, υπάρχει προσπάθεια. Η αλήθεια είναι ότι πολλά πράγματα, ας πούμε διοικητικά, στην οργάνωση των χειρουργείων δούλευαν. Παρότι θα περίμενε κανείς ότι θα έχουν καταρρεύσει, δεν είχαν καταρρεύσει. Ήταν εντυπωσιακή η παροχή ας πούμε πρωτοβάθμιας φροντίδας στους τραυματίες. Υπήρχε ασθενής με πλήρη διάτρηση στην κοιλή καρωτίδα και στην τραχεία, ο οποίος σε οποιοδήποτε άλλο σχεδόν σύστημα υγείας θα είχε πεθάνει πριν φτάσει στο νοσοκομείο και είχαν καταφέρει να τον διασωληνώσουν στο ασθενοφόρο, το ασθενοφόρο να πάει άμεσα και να επανέλθει πλήρως, να βγει από το νοσοκομείο. Τον χειρουργήσαμε δηλαδή εγώ στην τραχεία, ο συνάδελφος το αγγειοχειρουργός στην κοιλή καρωτίδα με ένα μόσχευμα από την έξω καρωτίδα και ο ασθενής επανήλθε πλήρως. Υπάρχει μια φοβερή δύναμη και φοβερή προσπάθεια να ανταποκριθούν που δεν το φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να συμβεί. Υπάρχει φοβερή ανιδιοτέλεια, υπάρχει φοβερή δύναμη. Τα υλικά είναι ελάχιστα. Ο κόσμος είναι εξαντλημένος, είναι υποσιτισμένος, αλλά δεν σταματάει να προσπαθεί να παρέχει φροντίδες υγείας.
Από το νοσοκομείο βγήκα πολύ λίγο γιατί ήταν επικίνδυνο. Αλλά η αλήθεια είναι ότι βγήκα κάποιες μικρές βόλτες έτσι στο περίπου πεντακόσια μέτρα έξω από το νοσοκομείο. Ήταν...
Οι ξένοι γιατροί στην Λωρίδα της Γάζας μπαίνουν με το σταγονόμετρο. Ούτε οι δημοσιογράφοι ξέρετε δεν επιτρέπεται να μπουν, δεν άφηναν να μπούνε. Οι μόνοι που μπορούν να φέρνουν μαρτυρία είναι οι γιατροί και δεν είναι πάνω από δέκα, δεκαπέντε οι ξένοι γιατροί αυτή τη στιγμή στη Γάζα.
Η δική μας δουλειά, εμένα η δουλειά μου ήταν ξεκάθαρα να βοηθήσω όσο μπορώ τους Παλαιστίνιους συναδέλφους που σε πολλά σημεία ήταν εξαιρετικοί. Ήταν καλύτεροι θα μπορούσα να πω, από, έχουν μάθει δηλαδή, είχαν μάθει να εντοπίζουν το τραύμα και σε πολύ μεγάλο βαθμό είχαν γίνει πολύ καλύτεροι από τους δυτικούς συναδέλφους τους.
Σε ό,τι αφορά την συμπεριφορά των ισραηλινών, εμείς είχαμε κάνει δύο μέρες, είχαμε κάνει εκπαίδευση ασφάλειας που περιλάμβανε βέβαια και την πιθανότητα βομβιστικής επίθεσης στο νοσοκομείο, αλλά και της αλληλεπιδράσεις με τους Ισραηλινούς στρατιώτες. Δηλαδή κομμάτι της εκπαίδευσης μας ήταν πώς θα αντιδράσουμε αν κάποιος μας προσβάλλει, μας μιλήσει απότομα.
Η αλήθεια είναι ότι η επαφή μας ήταν στο ελάχιστο. Δηλαδή υπήρχε ψάξιμο προφανώς στις τσάντες. Μας είχαν πει ότι μπορεί να κατασβήσουν τους υπολογιστές, τα κινητά μας. Δεν το έκαναν. Το είχαν κάνει σε συναδέλφους άλλους βέβαια που είχαν πάει μέσα. Μας είχαν πει ότι μπορεί, όχι απλώς να τα ψάξουν, να τα πάρουν και να μην μπορούμε να τα πάρουμε πίσω. Επίσης, δεν το έκαναν. Βέβαια, οι κανόνες για να μπούμε ήταν ασφυκτικοί. Δηλαδή φανταστείτε ότι δεν μπορούσε κανείς να μεταφέρει πάνω από το αντίστοιχο των διακοσίων ευρώ. Δεν μπορούσε να μεταφέρει περισσότερα από τα δικά του φάρμακα για τη δική του χρήση. Οπότε όταν φέρναμε υλικό για τους ασθενείς, έπρεπε κάπως να το διασπείρουμε, ώστε να μην το πάρουν.
Τέλος πάντων, υπήρχαν πάρα πολλοί περιορισμοί, πάρα πολλοί περιορισμοί και μπαίνοντας και βγαίνοντας από τη Γάζα. Αλλά σε εμάς, ίσως επειδή είμαστε γιατροί, ίσως επειδή έτυχε. Έχω ακούσει ιστορίες από συναδέλφους διαφορετικές. Σε εμάς ήταν καυστηρίες βέβαια. Δηλαδή φανταστείτε ότι η διαδρομή από το νοσοκομείο μας για να φτάσουμε στο Κερέμ Σαλόμ, στο πέρασμα έξω από τη Γάζα, που είναι διαδρομή 6 χλμ, μας πήρε τέσσερις ώρες γιατί σταματούσαμε σε θεωρητικά check point. Δεν υπήρχαν άνθρωποι, αλλά με τον ασύρματο μας λέγανε σταματήστε. Περιμέναμε την άδεια για το επόμενο. Ξανά περιμέναμε. Και το ίδιο στα σύνορα πάλι. Αναμονή. Δηλαδή η διαδικασία επιστροφής πήρε σχεδόν μία μέρα, που θα μπορούσε να γίνει με το αυτοκίνητο σε ευθεία σε δυόμιση, τρεις ώρες.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι συνάδελφοί μου εκεί και οι ασθενείς τους έχουν ανάγκη την αλληλεγγύη μας, τη βοήθειά μας. Αυτό το πράγμα, αυτό που πρέπει να γίνει άμεσα, αυτό πρέπει να σταματήσει. Πρέπει να σταματήσουν οι θάνατοι, πρέπει να σταματήσουν οι νεκροί. Είναι κάτι που μας ντροπιάζει όλους και κινδυνεύουμε, ειλικρινά το πιστεύω, πιο πολύ από αυτούς κινδυνεύουμε εμείς. Δηλαδή αυτοί έχουν κρατήσει με όλα αυτά που συμβαίνουν την ανθρωπιά τους. Αυτός που κινδυνεύει να τη χάσει είμαστε εμείς».