Η κόντρα του Ζελένσκι με τον Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο, σε κοινή θέα μάλιστα, ήταν σίγουρα μια ανεπανάληπτη στιγμή σ’ ένα, ουσιαστικά προαναγγελθέν, διπλωματικό βατερλό. Μια τρομακτικά άβολη «φάση» για τον Ουκρανό Πρόεδρο, που από δοξασμένος μαχητής της ελευθερίας, όπως τον παρουσίαζε η προηγούμενη αμερικανική διοίκηση, αντιμετωπίστηκε ως ένα «κακομαθημένο» που κάποιος έπρεπε επιτέλους να το βάλει στη θέση του…
Και να ’ταν μόνο αυτό; Μόλις την Πέμπτη έγινε γνωστό από το Politico ότι τέσσερις άνθρωποι του στενού περιβάλλοντος του Ντόναλντ Τραμπ είχαν μυστικές συζητήσεις με μερικούς από τους σημαντικότερους πολιτικούς αντιπάλους του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Κίεβο, ακριβώς τη στιγμή που η Ουάσιγκτον του τραβά το χαλί κάτω απ’ τα πόδια, κόβοντάς του τη στρατιωτική και επιμελητειακή βοήθεια. Τα πρόσωπα με τα οποία μίλησαν οι άνθρωποι του Τραμπ ήταν η πρώην πρωθυπουργός Γιούλια Τιμοσένκο και ο προκάτοχος του Ζελένσκι, ο Πέτρο Ποροσένκο. Αντικείμενο όσων διημείφθησαν ήταν κατά πόσο είναι δυνατό να γίνουν γρήγορα προεδρικές εκλογές. Εδώ υπάρχει ένας σκόπελος για την ανορθόδοξη τακτική της Ουάσιγκτον δεδομένου ότι η Ουκρανία παραμένει υπό στρατιωτικό νόμο και όσο αυτός δεν αίρεται δεν μπορεί να γίνουν εκλογές. Οι βοηθοί του Τραμπ είναι βέβαιοι πως ο Ζελένσκι θα έχανε σ’ οποιαδήποτε εκλογική αναμέτρηση εξαιτίας της κόπωσης από τον πόλεμο και της γενικότερης απογοήτευσης που επικρατεί, ωστόσο η πιο πρόσφατη δημοσκόπηση μετά τον καβγά στον Λευκό Οίκο και την ταπείνωση που υπέστη έδειξε πως ο Ουκρανός Πρόεδρος εξακολουθεί να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των συμπατριωτών του και να προηγείται με άνεση στην κούρσα για τη προεδρία.
Τα… καλύτερα έρχονται
Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά δεν είναι παρά ένα «στιγμιότυπο» απ’ όσα έρχονται… Η ιδιόμορφη εθνική αναδίπλωση που επιχειρεί ο μεγιστάνας με τους δισεκατομμυριούχους βοηθούς του στην οικονομία, στη συνοριακή κυριαρχία και στη γεωπολιτική παρουσία της Αμερικής στον κόσμο είναι, κατά τα φαινόμενα και σύμφωνα με έμπειρους αναλυτές, ένα δρομολογημένο σχέδιο. Η λεγόμενη «υπεράκτια εξισορρόπηση» (offshore balancing), το νέο δόγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που έχει επηρεαστεί ως έναν βαθμό από ακαδημαϊκούς της ρεαλιστικής σχολής όπως ο Τζον Μερσχάιμερ, επικεντρώνεται στην ιδέα ότι οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν την στρατιωτική ισχύ τους μόνο όταν απειληθούν άμεσα τα ζωτικά συμφέροντά τους. Θα δώσουν προτεραιότητα, αλλά χωρίς σημαντική στρατιωτική παρουσία, στη διατήρηση της γεωπολιτικής ισορροπίας σε τρεις στρατηγικά σημαντικές περιοχές του κόσμου, στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στον Ινδοειρηνικό, μέσω «ελεγχόμενων» φιλικών χωρών.
Πρόκειται για μια κοσμοϊστορική στροφή, που η δεύτερη προεδρία Τραμπ απλώς επιταχύνει «συγχρονιζόμενη» με την εσωτερική παρακμή, όχι τόσο σε επίπεδο στρατιωτικής ισχύος όσο σ’ εκείνο των οικονομικοκοινωνικών, θεσμικών και τεχνολογικών προκλήσεων, και «συντονιζόμενη» με τις ριζικές μεταβολές στη διεθνή σκηνή μετά το τέλος της λεγόμενης «νεοταξικής περιόδου» και της «βασιλείας» των νεοσυντηρητικών γερακιών, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
Η αντίληψη του κόσμου ως ενός εσμού απείθαρχων και αναχρονιστών που πρέπει να υποταχθούν στον νόμο και στην τάξη, να ακολουθήσουν νόρμες και να εφαρμόσουν ηθικές ρήτρες, να σεβαστούν ανθρωπιστικές αρχές και νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν απ’ αυτές, να υιοθετήσουν τη δυτικού τύπου αντιπροσωπευτική δημοκρατία, να αποδεχθούν αιτήματα αυτονομίας και αυτοδιάθεσης ακόμη κι αν αυτά συνεπάγονται αιματηρές αλλαγές συνόρων, εν γένει να ενστερνιστούν τη δυτική φιλελεύθερη κοσμοθεωρία, αποτελεί σήμερα το ιστορικό προηγούμενο -και για πολλούς την τοξική κληρονομιά- του μονοπολικού κόσμου που αναδύθηκε απότομα και αιφνιδιαστικά μέσα από την ομίχλη του απρόσμενου -και εν μέρει «ανεξήγητου» μέχρι σήμερα- τέλους του Ψυχρού Πολέμου στην αυγή της δεκαετίας του 1990 και έκτοτε επικράτησε υπό πλήρη «κυριαρχία».
Το τέλος… του τέλους της Ιστορίας
Ηταν η εποχή των «προληπτικών πολέμων», των «ανθρωπιστικών πολέμων», του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», των πολέμων για τη «διάδοση της δημοκρατίας», των εισβολών για την «οικοδόμηση εθνών», των διαβόητων «συμμαχιών των προθύμων». Όλα «καθαγιασμένα» από την προκλητική πεποίθηση της δυτικής ηθικής ανωτερότητας, την αντίληψη ότι η Δύση είναι δικαιωματικά ο θεματοφύλακας των υψηλότερων ιδανικών του ανθρώπινου είδους.
Αλαζονικές ιδεοληψίες που υποκίνησαν βεβιασμένες αναγνωρίσεις των γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών, επιταχύνοντας τη βίαιη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και το αιματοκύλισμα των Βαλκανίων στις αρχές του 1990, που έστειλαν βαριά οπλισμένους Αμερικανούς πεζοναύτες να αποβιβαστούν στη Σομαλία το 1993 για να επιβάλουν στο σπαρασσόμενο από τον εμφύλιο Μογκαντίσου τον «νόμο και την τάξη», βομβαρδίζοντας μια συγκέντρωση φυλάρχων και σκοτώνοντας δεκάδες απ’ αυτούς -οι περισσότεροι ηλικιωμένοι-, και αντιμετωπίζοντας μερικούς μήνες αργότερα κι οι ίδιοι τη συντριβή στη χειρότερη μάχη σώμα με σώμα στην οποία ενεπλάκησαν ποτέ αμερικανικές δυνάμεις μετά τον Πόλεμο στο Βιετνάμ (βλέπε το βιβλίο του 1999 και την ομώνυμη ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ το 2001 «Μαύρο Γεράκι: Η κατάρριψη»).
Οι ίδιες ιδεοληψίες ήταν διακριτές και πίσω από τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς κατά της Σερβίας λίγα χρόνια αργότερα, τις απροκάλυπτες εισβολές στο Αφγανιστάν -στον απόηχο των πολύνεκρων επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001- για την εκδίωξη των Ταλιμπάν, οι οποίοι τελικά επέστρεψαν θριαμβευτικά στην Καμπούλ το 2022. Επίσης, πίσω από τη διαβόητη επιχείρηση «Ιρακινή Ελευθερία» το 2003, την απρόκλητη αμερικανική εισβολή στο Ιράκ υπό το πρόσχημα της ανεύρεσης και της καταστροφής των «όπλων μαζικής καταστροφής» του Σαντάμ. Οι ίδιες ιδεοληψίες ορατές ακόμη και στη νατοϊκή επιχείρηση στη Λιβύη το 2011 για την ανατροπή του Καντάφι, που μετέτρεψε την πλούσια σε πετρέλαιο χώρα σε καταρρέον κράτος. Και βέβαια η μεγάλη και κυρίαρχη ιδεοληψία της αέναης νατοϊκής επέκτασης ως ιστορικού πεπρωμένου που έμελλε να εκπληρωθεί αγνοώντας επίμονα όλες τις προειδοποιήσεις ότι αυτό είναι ένα παιχνίδι με τη φωτιά...
Κινήσεις σε μια σκακιέρα που και στις δύο πλευρές της καθόταν ο ίδιος παίκτης, που προγραμματίζονταν και δρομολογούνταν υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα θίγονταν τα δυτικά συμφέροντα και δεν θα αμφισβητούνταν η πολιτικοστρατιωτική ηγεμονία της Δύσης. Αυτή η απελπιστική μονοπολική παντοδυναμία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ασκούσαν συντριπτική επιρροή και επίδραση στο διεθνές σύστημα, κατευθύνοντάς το ουσιαστικά εκεί όπου ήθελαν, έχει ξεφτίσει και έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος της δυναμικής της.
Η αιτία δεν βρίσκεται μόνο στην πολύπλευρη εσωτερική παρακμή των ΗΠΑ, που πηγάζει από τις χαοτικές ανισότητες, την τοξική συζήτηση για ρόλους και ταυτότητες, την κρίση δημοκρατίας, αλλά προφανώς και στην αλλαγή του τοπίου στην παγκόσμια σκηνή, με τους νέους και νεότερους παίκτες -Κίνα, Ινδία, BRICS-, να έχουν δημιουργήσει τις δικές τους «ενότητες» παγκόσμιας επιρροής και να έχουν εδραιώσει τις θέσεις τους, αμφισβητώντας εν τοις πράγμασι τον αμερικανικό ηγεμονισμό.
Η απαρχή…
Πριν ακόμη μπει ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο για πρώτη φορά, τον Αύγουστο του 2016, ο απερχόμενος τότε Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα είχε στείλει μήνυμα στον κόσμο και στην εγχώρια ελίτ: Ο ρόλος της Αμερικής ως αυτόκλητου παγκόσμιου χωροφύλακα δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. «Οι ΗΠΑ δεν πρέπει να ενεργούν ως παγκόσμιοι χωροφύλακες» είχε πει τότε. Ήταν μια ρήση που αντανακλούσε την ευρύτερη αλλαγή οπτικής στις τάξεις του φιλελεύθερου κατεστημένου της Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ έπρεπε να περιορίσουν τον ρόλο τους ως εγγυήτριες της παγκόσμιας τάξης και να γίνουν πιο επιλεκτικές στο πού και πότε θα επεμβαίνουν. Ως Πρόεδρος, ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν σθεναρός επικριτής των πεπραγμένων του Ομπάμα ιδιαίτερα στην οικονομία, αλλά συμμεριζόταν αυτή τη βασική αντίληψή του για την εξωτερική πολιτική, ενώ είχε εκφράσει την απογοήτευσή του για ό,τι ο ίδιος θεωρεί υπερβολική εξάρτηση της άμυνας των συμμάχων, και δη των Ευρωπαίων, από τις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τελευταίες δημοσκοπήσεις, οι θέσεις που ρέπουν προς τον απομονωτισμό, δηλαδή ότι οι ΗΠΑ δεν είναι υποχρεωμένες να εγγυώνται την εύρυθμη λειτουργία του διεθνούς συστήματος δεσμευόμενες από συμφωνίες ή εμπλεκόμενες σε επεμβατικούς ρόλους, γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς στο αμερικανικό εκλογικό σώμα και στο πολιτικό κατεστημένο.
Πλέον η κυρίαρχη θέση σε όλο το φάσμα της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να δώσει προτεραιότητα στα εσωτερικά ζητήματα που την ταλανίζουν και όχι στις διεθνείς δεσμεύσεις της. Κάτι που σαφώς αποτυπώνεται στην τελευταία απόφαση του Τραμπ να βγάλει από την πρίζα την USAID, την αμερικανική υπηρεσία παροχής διεθνούς βοήθειας. Οι θέσεις υπέρ του απομονωτισμού έχουν επηρεαστεί από τη συρρίκνωση της στρατιωτικής, της οικονομικής και της τεχνολογικής υπεροχής των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και από τη διαπίστωση ότι σταδιακά ο μεγάλος ανταγωνιστής τους, η Κίνα, πλησιάζει την «ισοτιμία» με την Αμερική σε επίπεδο στρατιωτικής, οικονομικής και τεχνολογικής επάρκειας.
Σύμφωνα με το ιαπωνικό Ινστιτούτο Γεωοικονομικών, η στροφή στον αμερικανικό εθνοκεντρισμό είναι μια εκδήλωση της άποψης ότι οι αναδυόμενες οικονομίες, με επικεφαλής την Κίνα, έχουν υπονομεύσει τις αρχές του ελεύθερου εμπορίου, επιβάλλοντας φραγμούς στην αγορά, καταχρηστικούς κανονισμούς, αλλά και εντρυφώντας σε μορφές κρατικού καπιταλισμού. Ταυτόχρονα, η βιομηχανική παραγωγή στις ΗΠΑ μειώνεται, η μεσαία τάξη συρρικνώνεται οικονομικά και η διακομματική υποστήριξη στον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα ωθεί την Ουάσιγκτον μακριά από τον ρόλο της ως υπερασπίστριας της φιλελεύθερης τάξης.
Γράφοντας το φινάλε

Ο κόσμος σήμερα είναι πιο διασυνδεδεμένος και πιο αλληλοεξαρτώμενος από ποτέ. Είναι πασιφανές ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν πια να υπαγορεύουν μονομερώς κανόνες συμπεριφοράς με βάση τα συμφέροντά τους, είτε αυτοί έχουν να κάνουν με τη σφαίρα του παγκόσμιου εμπορίου και της χρηματοοικονομικής πολιτικής είτε με τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό, όπως έδειξε άλλωστε και ο πόλεμος στην Ουκρανία. Καθώς η Κίνα, η Ε.Ε. και άλλες «περιφερειακές» οικονομικές δυνάμεις διαδραματίζουν κρίσιμους ρόλους, η συρρικνούμενη επιρροή των ΗΠΑ μετά και τις μνημειώδεις αποτυχίες των επεμβάσεών τους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, σε συνδυασμό με τη δεδομένη απόρριψη του αμερικανικού ηγεμονισμού, ιδιαίτερα έντονη στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή, σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να δράσει στο διεθνές πεδίο χωρίς σημαντική αρνητική ανάδραση. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν άλλοι «παίκτες» που την ανταγωνίζονται και την αμφισβητούν ευθέως.
Αναδυόμενα μπλοκ, ειδικά των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), προβάλλουν ενστάσεις για τις παραδοσιακές παγκόσμιες δομές που κυριαρχούνται από τη Δύση, για παράδειγμα για το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα. Θέλουν να εγκαταλείψουν το δολάριο ως συναλλαγματικό και αποθεματικό νόμισμα, να φέρουν νέα ήθη και να εγκαθιδρύσουν νέες νόρμες στο παγκόσμιο εμπόριο.
Ρεαλιστικές θέσεις ή επίθεση
Μπορεί για την ώρα η Αμερική να διστάζει να αποδεχτεί τον πολυπολικό κόσμο, όμως η πραγματικότητα επιβάλλει να προσαρμοστεί. Το βασικό ερώτημα είναι αν η Ουάσιγκτον θα εμπλακεί σε μια, αν όχι εποικοδομητική, τουλάχιστον ρεαλιστική σχέση με τις ανερχόμενες δυνάμεις ή αν θα προσπαθήσει να τις αντιμετωπίσει επιθετικά, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αστάθεια και απρόβλεπτες εξελίξεις.
Οι νέοι άνεμοι που πνέουν στην αμερικανική πρωτεύουσα υποδηλώνουν ότι δεν υπάρχει διάθεση να προβληθεί αντίσταση στη νέα πραγματικότητα ούτε προσπάθεια να διατηρηθεί η μονοπολική κυριαρχία, ή τουλάχιστον ό,τι έχει απομείνει από αυτή. Από την άλλη όμως, η λογική των εμπορικών πολέμων απειλεί να κάνει πάλι μισητή την Ουάσιγκτον και να υποκινήσει ένα νέο κύμα αντιαμερικανισμού που θα έχει μια εντελώς διαφορετική αφετηρία. Η Ιστορία έχει δείξει ότι καμία μεγάλη δύναμη δεν παραμένει αλώβητη εσαεί. Ο κύκλος της ακμής και της παρακμής δεν κάνει εξαιρέσεις, ούτε την παραμικρή. Από τη Ρωμαϊκή ως τη Βρετανική Αυτοκρατορία, κάθε ηγεμονική δύναμη μοιραία ήρθε αντιμέτωπη με υπαρξιακές προκλήσεις είτε εξαιτίας της δράσης εξωτερικών ανταγωνιστών είτε από την εσωτερική παρακμή και την αδυναμία της να την υπερβεί ή από τη μεταβαλλόμενη παγκόσμια δυναμική. Αν μη τι άλλο, οι ΗΠΑ παρουσιάζουν «συμπτώματα» που υποδηλώνουν ότι διανύουν αυτή τη φάση. Όσο κι αν ο Τραμπ μοιάζει να είναι ο υποκινητής της αμερικανικής πτώσης, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ο καταλύτης που την επιταχύνει. Η διαχείριση της παρακμής και η προσαρμογή στην πολυπολικότητα είναι πια τα επίδικα για την αμερικανική υπερδύναμη. Είναι μια πολύ μεγαλύτερη και απαιτητικότερη πρόκληση από εκείνη της διαχείρισης της ισχύος.
Αυτοκρατορίες και μεγάλες δυνάμεις παρήκμασαν αφήνοντας πίσω τους εκατομμύρια νεκρούς και καμένη γη, ωστόσο άλλες, όπως η Βρετανία, διαχειρίστηκαν την παρακμή τους εξυπνότερα και μεθοδικότερα, αφήνοντας το αυτοκρατορικό παρελθόν τους να δεσπόζει ως «παρακαταθήκη» πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης, πολιτισμικής εγγύτητας και γλωσσικής επιρροής σε μέρη του κόσμου που τέθηκαν υπό τον ζυγό τους. Θα μπορέσει άραγε και η Αμερική να ακολουθήσει παρόμοια συνταγή; Ίσως, αν ο αμερικανικός ηγεμονισμός δεν άφηνε πίσω του τόσο πολλά απομεινάρια της αλαζονείας του…