Ο Φρίντριχ Μερτς ανυπομονεί για τη σύσταση της νέας γερμανικής Βουλής που προέκυψε από τις εκλογές της 23ης Φεβρουαρίου, αφού, όπως όλα δείχνουν, αυτή είναι που θα τον εκλέξει καγκελάριο. Πριν από αυτό όμως θέλει να αξιοποιήσει τον συσχετισμό δυνάμεων στην παλιά Βουλή, η οποία κανονικά θα συνέλθει απλώς για να διαλυθεί, για να περάσει μια απόφαση που δικαιούται πλήρως τον χαρακτηρισμό «ιστορική». Με πλειοψηφία δύο τρίτων, που δεν θα διαθέτει ο πιθανός «μεγάλος συνασπισμός», θέλει να δημιουργήσει δύο «ειδικά ταμεία» εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, ένα για την άμυνα και ένα για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών της χώρας.
Κοινοβουλευτικά τεχνάσματα
Μ’ αυτόν τον τρόπο ο ηγέτης των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών θα επιδιώξει να παρακάμψει το συνταγματικά κατοχυρωμένο «φρένο χρέους», που δεν επιτρέπει στον προϋπολογισμό έλλειμα μεγαλύτερο του 0,35% του ΑΕΠ. Στην ουσία όμως πρόκειται για αλλαγή πλεύσης, αφού τα ταμεία αυτά θα χρηματοδοτηθούν και πάλι με κρατικά ομόλογα, δηλαδή με δανεισμό. Ουσιαστικά δηλαδή ο Μερτς αθετεί μια βασική προεκλογική υπόσχεσή του, την οποία ήταν προφανές ότι δεν θα μπορέσει να τηρήσει. Είναι σαφές ότι η Γερμανία, τουλάχιστον στα μάτια των συστημικών πολιτικών της, έχει μπει σε «περίοδο πολέμου», η οποία απαιτεί πρωτόγνωρους χειρισμούς. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πολλά από τα άρματα στο φετινό καρναβάλι είχαν ως θέμα τους ακριβώς αυτή την «κωλοτούμπα» του συντηρητικού πολιτικού.
Στα γερμανικά η λέξη χρέος (schuld) σημαίνει επίσης φταίξιμο. Η πολιτική ηγεσία της χώρας εδώ και δεκαετίες έχει εμφυσήσει στους πολίτες την άποψη ότι το να χρωστάει κανείς είναι κάτι σαν αμαρτία. Αυτό το σύνθημα ήταν κυρίαρχο στα χρόνια της Άνγκελα Μέρκελ, όπου η χώρα έμεινε πολύ πίσω στον τομέα των επενδύσεων σε συγκοινωνίες, ψηφιοποίηση, υποδομές. Τώρα έχει κανείς την αίσθηση πως αυτό το δεύτερο ταμείο για τις υποδομές ουσιαστικά προστίθεται ως άλλοθι στο άλλο για τις στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες θα εκτοξευτούν σε ποσοστά πάνω από το 3% όπως όλα δείχνουν. Η πολεμική βιομηχανία μπορεί να ευχαριστεί τώρα τον Ντόναλντ Τραμπ.
Ο πόλεμος ως αναπόφευκτο κακό
Είναι ξεκάθαρο ότι η νέα κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών υπό την ηγεσία του Μερτς δεν πρόκειται να ασχοληθεί με την προσπάθεια τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία. Αντιθέτως, συμπεριφέρεται και μιλά δίνοντας την αίσθηση όχι μόνο πως ο πόλεμος αυτός θα κρατήσει, αλλά πως είναι θέμα χρόνου η Ρωσία να στρέψει τα όπλα της εναντίον της υπόλοιπης Ευρώπης. Ακόμα κι αν αυτή η αίσθηση στοιχειοθετείται με κάποιον τρόπο, αυτό που θα περίμενε κανείς από το Βερολίνο θα ήταν μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης και αποτροπής ακόμα χειρότερων εξελίξεων. Δυστυχώς, το μόνο που ακούει κανείς πλέον είναι πολεμικές προειδοποιήσεις, αν όχι ιαχές.
Η πρώτη που πλήττεται από αυτή την κλιμάκωση της κινδυνολογίας είναι η Δημοκρατία. Ο τρόπος με τον οποίο θα επιδιώξει ο Μερτς να περάσει από την απερχόμενη Βουλή τις προτάσεις του είναι μια άκρως αμφιλεγόμενη διαδικασία. Θεωρεί δεδομένο ότι θα την υπερψηφίσουν οι Πράσινοι και ίσως και κάποιοι Φιλελεύθεροι βουλευτές που δεν θα υπάρχουν στη νέα Βουλή. Με δικαιολογία το «επείγον» της υπόθεσης, δεσμεύονται λοιπόν η επόμενη Βουλή και οι επόμενες κυβερνήσεις για μια δεκαετία τουλάχιστον από την απόφαση μιας πλειοψηφίας που θα είναι περιστασιακή και που πρωτίστως δεν αντιστοιχεί στην πολύ νωπή λαϊκή ετυμηγορία. Οι εκλογές σαν ένα περιττό εμπόδιο, που όταν το αποτέλεσμά τους δεν μας εξυπηρετεί, βρίσκουμε τρόπο ουσιαστικά να το ακυρώσουμε.
Τι θα κάνουν οι Πράσινοι;
Το ερώτημα είναι βεβαίως αν Πράσινοι και Φιλελεύθεροι (FDP) θα ανταποκριθούν σ’ αυτό το «κάλεσμα στα όπλα». Το FDP ουσιαστικά διέλυσε την προηγούμενη κυβέρνηση για να μην εγκαταλείψει την εμμονή του στην τήρηση του «φρένου χρέους». Θα είναι παρωδία να ψηφίσουν τώρα την έμμεση κατάργησή του... αποχωρώντας. Το βάρος πέφτει λοιπόν στους Πράσινους. Θα δώσουν την απαραίτητη πλειοψηφία στον Μερτς; Οι πρώτες τους αντιδράσεις μιλούν για μια απόφαση που είναι απολύτως ατυχής και άστοχη. Αλλά η μετατροπή τους από κόμμα της ειρήνης σε κόμμα των εξοπλισμών έχει συντελεστεί εδώ και χρόνια. Πιθανώς θα επιχειρήσουν να διανθίσουν την απόφασή τους με τη δικαιολογία ότι εξασφάλισαν δεσμεύσεις για χρηματοδότηση πρόσθετων μέτρων ενάντια στην κλιματική κρίση. Έτσι κι αλλιώς, η γερμανική κοινωνία γίνεται μάρτυρας ενός ρεσιτάλ υποκρισίας που βαφτίζει το κρέας ψάρι και υλοποιεί αυτά που μέχρι χθες καταδίκαζε. Η επαναστρατιωτικοποίηση της Γερμανίας, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022, επιταχύνεται και ανεβαίνει επίπεδο. Τα «ειδικά ταμεία» θα επιτρέπουν στην κεντροδεξιά κυβέρνηση με σοσιαλδημοκρατική γαρνιτούρα να επικαλείται πάλι τη δημοσιονομική εγκράτεια για τον τακτικό προϋπολογισμό, όταν συνδικάτα και κοινωνικοί φορείς μαζί με την ενισχυμένη πλέον Αριστερά θα απαιτούν να σταματήσει η αποψίλωση του κοινωνικού κράτους που έχει ξεκάθαρα στο πρόγραμμά του ο Μερτς. Η «λευκή επιταγή» για τον υπερεξοπλισμό της Γερμανίας, όπως εύστοχα τη χαρακτήρισε η Die Linke, έχει και τις πολλές μαύρες, αθέατες ακόμα πλευρές της.