Όταν μετά την εκλογική ήττα του 2019 ο Κιρ Στάρμερ διεκδίκησε την προεδρία των Εργατικών προσπάθησε να εμφανιστεί ως συνεχιστής του προκατόχου του Τζέρεμι Κόρμπιν, για να εξασφαλίσει τη στήριξη τόσο του ίδιου όσο και του αριστερού κομματιού της βάσης του κόμματος. Υποσχέθηκε για παράδειγμα ότι θα συνεχίσει να αντιτίθεται στην ιδιωτικοποίηση των τομέων της υγείας και της ύδρευσης και στην πληρωμή διδάκτρων στα πανεπιστήμια, ζητήματα «ταυτοτικά» για τους Εργατικούς μέχρι τότε. Λίγο αργότερα όλες αυτές τις δεσμεύσεις τις «πήρε το ποτάμι», με τη δικαιολογία ότι τα οικονομικά της χώρας είναι τόσο άσχημα εξαιτίας της καταστροφικής πολιτικής των Τόρηδων που δε μπορούν πλέον να υλοποιηθούν. Όσο για τον ίδιο τον Κόρμπιν αρχικά τέθηκε εκτός ηγεσίας και στη συνέχεια εκτός κόμματος. Αναγκάστηκε τώρα να κατέβει ως ανεξάρτητος στις εκλογές και επανεξελέγη πανηγυρικά, υπογράφοντας άθελά του το πιστοποιητικό της τεράστιας αλλαγής που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στο κόμμα των Εργατικών.
Με σύνθημα τη μεταρρύθμιση
Είναι κάτι που ο Στάρμερ δεν έκρυψε ποτέ. Ο προεκλογικός του αγώνας βασίστηκε στο επιχείρημα ότι μεταρρύθμισε το κόμμα του και αυτό είναι το πιστοποιητικό ότι το ίδιο θα κάνει και με τη χώρα. Αθόρυβα, αλλά συστηματικά και αμείλικτα αν χρειαστεί. Ο «αντι-πολιτικός» όπως ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό του μπορεί να συνήθιζε να θυμίζει τις εργατικές του ρίζες, γιός ενός εργάτη και μιας νοσοκόμας που του έδωσαν αυτό το όνομα εμπνευσμένοι από τον Κιρ Χάρντι ιδρυτικό στέλεχος του Εργατικού Κόμματος. Αλλά η πολιτική του αφαίρεσε από το Εργατικό Κόμμα κάθε ριζοσπαστικό στοιχείο. Θα μπορούσες να την πεις και «προσαρμοσμένη Αριστερά». Στις απαιτήσεις ενός συστήματος που κάποτε πολεμούσε.
Η πολιτική τον ενδιέφερε από μικρό αλλά ουσιαστικά ασχολήθηκε μαζί της «επαγγελματικά» από το 1951. Νωρίτερα τον είχε κερδίσει η δικηγορία, όπου ασχολήθηκε με τον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπερασπιζόμενος ακόμα και εγκληματίες, επικαλούμενος αργότερα το δικαίωμα καθενός κατηγορούμενου σε μια δίκαιη νομική υποστήριξη.
Το 2002 θα αναλάβει την μεταρρύθμιση της κακόφημης αστυνομίας του Μπέλφαστ στη Βόρεια Ιρλανδία. Εκεί πείστηκε, όπως λέει, ότι ο καλύτερος τρόπος για να αλλάξεις ένα θεσμό είναι «από τα μέσα» και όχι με διαμαρτυρίες και ακτιβισμό από τα έξω. Τον τίτλο του «σιρ» τον οφείλει όμως στη θητεία του ως επικεφαλής της Γενικής Εισαγγελίας του Στέμματος, για την οποία δεν κόπιαζε να καμαρώνει κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, στέλνοντας στη φυλακή τρομοκράτες και μέλη του οργανωμένου εγκλήματος.
Τον χαρακτήρισαν βαρετό και άχρωμο επειδή ο τρόπος που μιλά ως πολιτικός θυμίζει ακριβώς δικηγόρο σε αίθουσα δικαστηρίου. Ουδέτερος τόνος στη φωνή και «επιμονή» στα στοιχεία. Οι οπαδοί του δεν το βρίσκουν αυτό απαραιτήτως κακό και υποστηρίζουν ότι ακριβώς έτσι, μένοντας στην ουσία και στα δεδομένα, έκανε συχνά στη Βουλή τον Μπόρις Τζόνσον να μοιάζει κατηγορούμενος.
Όλα αυτά βεβαίως και επιβεβαιώνουν ότι μπορεί να είναι πολύ συστηματικός και στοχοπροσηλωμένος. Φανατικός λάτρης του ποδοσφαίρου και οπαδός της Άρσεναλ, αρέσκεται να συγκρίνει την ευθύνη του ως ηγέτη, με εκείνη ενός διαβασμένου προπονητή που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη.
Ψαρεύοντας στο Κέντρο
Ο φαινομενικά άχρωμος και βαρετός ομιλητής φρόντισε λοιπόν με σύστημα να φέρει το κόμμα του σε διαφορετικά νερά, από εκείνα που συνήθιζε να πλέει στο παρελθόν, γνωρίζοντας ότι το μυστικό της επιτυχίας ήταν να ψαρέψει στη μεγάλη δεξαμενή των μετακινούμενων ψηφοφόρων του Κέντρου. Αν υποθέσει κανείς ότι αυτό του κόστισε ψήφους από τα αριστερά, μπόρεσε να αναπληρώσει πράγματι την απώλεια με κέρδη από πιο συντηρητικά ακροατήρια. Το αποτέλεσμα είναι πάντως λιγότερο εντυπωσιακό στην πραγματικότητα, από όσο «κραυγάζουν» οι 412 έδρες. Σε ψήφους οι Εργατικοί έμειναν πίσω από το αποτέλεσμά τους το 2019, που θεωρήθηκε πανωλεθρία.
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι δεν υφίσταται κάποιο κύμα ενθουσιασμού, που θα μπορούσε να καβαλήσει για να προωθήσει ριζοσπαστικές αλλαγές στη χώρα. Η αλλαγή και η νέα αρχή, που επαγγέλεται θα είναι μάλλον πρακτικού χαρακτήρα. Ίσως το «ανιαρό του στυλ να είναι ότι χρειάζεται αυτή τη στιγμή η χώρα μετά τις αναταράξεις και τα σκάνδαλα των τελευταίων ετών για να επανακτήσει η πολιτική τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία που είχε άλλοτε» έγραψε ένας από τους αρθρογράφους που συνοδεύουν την πορεία του τα τελευταία χρόνια. Η βρετανική κοινωνία ζορίζεται, η οικονομία ασθμαίνει, το χρέος έχει διογκωθεί σε πρωτόγνωρα επίπεδα.
Αρκεί η ικανότητα του να προσαρμόζεται και να προσαρμόζει το κόμμα στη νέα εποχή για να τα βγάλει πέρα με αυτές τις «ηράκλειες προκλήσεις»; Πολλοί αμφιβάλουν. Η προσαρμογή ως πυξίδα δεν σε κάνει απλώς κάτι άλλο από αυτό που ήσουν. Μπορεί να σε... καταπιεί και χωρίς να το καταλάβεις.