Οταν ξέσπασε το σκάνδαλο Qatargate χτυπώντας τη ραχοκοκαλιά των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ο Μάνφρεντ Βέμπερ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και φυσικά «παλιά καραβάνα» στις Βρυξέλλες, έδωσε το σύνθημα «παρακολουθούμε και αναμένουμε», αποφεύγοντας μια βιαστική κατά μέτωπον επίθεση στην «αιώνια αντίπαλο» πολιτική ομάδα. Αιτία της εγκράτειας αυτής ήταν προφανώς η γνώση ότι στον μικρόκοσμο των Βρυξελλών η «ολική αθωότητα» είναι κάτι που απουσιάζει.
Την περασμένη εβδομάδα η έφοδος των γερμανικών και ελβετικών ερευνητών στα κεντρικά γραφεία του ΕΛΚ στις Βρυξέλλες επανέφερε στο φως τις σκιές που συνοδεύουν εδώ και μήνες την υπόθεση ευρωεκλογές 2019 και τη σχετική ιντερνετική καμπάνια της ευρωπαϊκής Χριστιανοδημοκρατίας. Ένας φίλος του Βέμπερ, ο Μάριο Φόιγκτ από την Ιένα και πρόεδρος του κόμματος στη Θουριγγία, φέρεται να εκμεταλλεύτηκε τις γνωριμίες του στον χώρο της διαφήμισης και συμβουλευτικής για να έχει και αυτός ένα μερίδιο στα κέρδη.
Φυσικά και ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας και το ΕΛΚ δηλώνει έτοιμο να αφήσει να έρθουν όλα στο φως. Αλλά η ιστορία θύμισε την παροιμία για το σπίτι του κρεμασμένου.
Στο μεταξύ, σε δεκατρείς μήνες έρχονται πάλι ευρωεκλογές. Τα σκάνδαλα και τα «σκανδαλάκια» έχουν επιφέρει σοβαρό πλήγμα στο κύρος των ευρωπαϊκών οργάνων και ειδικά του Ευρωκοινοβουλίου. Ας μην ξεχνάμε ότι οι επίτροποι και οι διάφοροι γενικοί διευθυντές διορίζονται, αλλά οι ευρωβουλευτές εκλέγονται απευθείας από τους πολίτες.
Οι «αρμόδιοι» φυσικά και έχουν συνείδηση του προβλήματος. Αλλά αυτό που φαίνεται να αποκτά προτεραιότητα είναι η προσπάθεια φιλόδοξων πολιτικών προσώπων να διασώσουν τη δική τους εικόνα και όχι να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία των θεσμών, προσδοκώντας στο επόμενο άλμα της καριέρας τους.
Η «καταδρομική έφοδος» της περασμένης Δευτέρας έκανε, για παράδειγμα, τους εσωκομματικούς αντιπάλους του κυρίου Βέμπερ να τρίβουν τα χέρια τους. Ο Βαυαρός πολιτικός δεν έκρυψε ποτέ ότι θα ήθελε το 2024 να επιχειρήσει ξανά αυτό στο οποίο απέτυχε το 2019, να εκλεγεί δηλαδή πρόεδρος της Κομισιόν. Αυτό προφανώς δεν ενθουσιάζει καθόλου την ομόσταυλή του κυρία Φον ντερ Λάιεν, για την οποία έχουν ακουστεί διάφορα επιχειρηματικά/επαγγελματικά σχέδια, αλλά η ίδια γνωρίζει ότι οι μοχλοί που κρατά στα χέρια της, ως προϊσταμένη της Κομισιόν, δεν συγκρίνονται με εκείνους της γ.γ. του ΝΑΤΟ. Η ίδια βέβαια έχει άλλες εκκρεμότητες.
Στην ευρωπαϊκή κεντροδεξιά πολυκατοικία υπάρχουν όμως και άλλα φιλόδοξα πρόσωπα που δείχνουν έτοιμα να εκμεταλλευτούν τις σκιές των άλλων. Η πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, για παράδειγμα, η Μαλτέζα Ρομπέρτα Μέτσολα, πραγματοποιεί εσχάτως περιοδείες όπου καλεί τους πολίτες να τη ρωτήσουν για ό,τι επιθυμούν. Ακόμα και για τα σκάνδαλα. Εδώ και καιρό αυτή η πρωτοβουλία ενημέρωσης για τις εκλογές του 2024 έχει ερμηνευθεί από πολλούς στις Βρυξέλλες ως ένα τεστ δυνατοτήτων για να διεκδικήσει τη μεταπήδησή της στην προεδρία της Κομισιόν. Κάτι που δεν βλέπουν φυσικά με καλό μάτι ούτε στο γραφείο της προέδρου της Κομισιόν, ούτε στο περιβάλλον του κυρίου Βέμπερ. Στο ΕΛΚ έχουν λοιπόν «οικογενειακά προβλήματα», αφού τουλάχιστον τρεις έμπειροι και φιλόδοξοι μονομάχοι δείχνουν έτοιμοι να πέσουν στην αρένα. Το υπόβαθρό τους μπορεί να διαφέρει, αλλά το σύνθημά τους είναι κοινό. «Περισσότερη Ευρώπη». Όπως το καταλαβαίνει κανείς.