Live τώρα    
Οι εκλογές στην Ιταλία και η αυτιστική αντίδραση της Γερμανίας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Οι εκλογές στην Ιταλία και η αυτιστική αντίδραση της Γερμανίας

Από τότε που ξέσπασε η κρίση στην Ευρωζώνη οι εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις φαντάζουν πιο... διεθνοποιημένες από ποτέ. Μόνο που αυτή τη φορά ο περιβόητος διεθνής παράγοντας δεν είναι οι «φονιάδες των λαών» Αμερικάνοι, όπως στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Πανταχού παρούσα και κυρίαρχη σε κάθε εθνικό προεκλογικό αγώνα είναι η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ και η γερμανικής έμπνευσης και πίεσης πολιτική λιτότητας στην Ευρώπη.

Σχεδόν παντού γκρεμίστηκαν στις εκλογές οι κυβερνήσεις που αρχικά υποτάχθηκαν σ' αυτή την πολιτική, ωστόσο σχεδόν πουθενά δεν νίκησαν οι δυνάμεις που αντιστάθηκαν. Πιθανόν επειδή το «φόβητρο» Μέρκελ, με όλες τις διαφορετικές εθνικές αποχρώσεις του, αποδείχθηκε ισχυρότερο από την αγανάκτηση των λαών. Αυτά για την ώρα...

Μια πολλά υποσχόμενη εξαίρεση, που σύντομα απογοήτευσε, ήταν το αποτέλεσμα των εκλογών στη Γαλλία. Μια παράξενη εξαίρεση, που κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει ακόμη ποιες εξελίξεις θα δρομολογήσει στην Ευρώπη, είναι το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ιταλία.

Στη Γερμανία η λαϊκή ετυμηγορία των Ιταλών αντιμετωπίστηκε από το μεγαλύτερο κομμάτι των σχολιαστών ως ήττα της Μέρκελ κι από το πολιτικό σύστημα με ανησυχία, με αμηχανία, ακόμη και με θυμό. Επισήμως η γερμανική κυβέρνηση έβγαλε τον εκπρόσωπό της να πει ότι η Ιταλία θα πρέπει να σχηματίσει μια κυβέρνηση, η οποία να μπορεί να εργαστεί με τα άλλα κράτη της Ευρωζώνης για να ξεπεραστούν τα κοινά προβλήματα. Οποία κοινοτοπία...

Οι περισσότεροι πρωτοκλασάτοι της κυβέρνησης προσπάθησαν -προφανώς, καθυστερημένα- να μη θίξουν τον κυρίαρχο ιταλικό λαό, επαναλάμβαναν σε όλους τους τόνους ότι δεν δικαιούνται να σχολιάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, για παράδειγμα, ο οποίος προεκλογικά ουσιαστικά έκανε εκστρατεία υπέρ του Μάριο Μόντι, παραδέχτηκε στις συνεντεύξεις που έδωσε μετεκλογικά ότι «δεν είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι, αλλά αυτό δε μας βοηθάει». Αυτοκριτική δεν έκανε, αλλά δεν βιάστηκε να μοιράσει... παραινέσεις, όπως στην περίπτωση της μικρής Κύπρου, για παράδειγμα. Με τη μεγάλη Ιταλία είναι πολύ επικίνδυνο να παίζει κανείς.

Οι «κλόουν» και ο Ναπολιτάνο

Ο μόνος πρωτοκλασάτος που ξέφυγε εντελώς ήταν ο Πέερ- «μιλάω σταράτα»- Στάινμπρικ, ο υποψήφιος καγκελάριος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Έσπευσε να χαρακτηρίσει "κλόουν" τον Μπέπε Γκρίλο -«εξ επαγγέλματος»- και τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι -«με μια έξτρα δόση τεστοστερόνης»- και να αποφανθεί ότι οι Ιταλοί δεν ψήφισαν ενάντια στη λιτότητα, αλλά υπέρ των λαϊκιστών. Το σχόλιο του Στάινμπρικ προκάλεσε διπλωματικό επεισόδιο, καθώς έτσι τα έφερε η τύχη και ήταν από μήνες προγραμματισμένη για την περασμένη εβδομάδα στη Γερμανία η επίσημη επίσκεψη του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας.

Ο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο αποφάσισε πάραυτα να ακυρώσει το προγραμματισμένο δείπνο του με τον Στάινμπρικ, χαρακτηρίζοντας μεγαλόψυχα τις δηλώσεις του «λυπηρές», ενώ υπερασπιζόμενος την ετυμηγορία των Ιταλών -η οποία σίγουρα δεν του άρεσε ως πρώην κομμουνιστή- ξεκαθάρισε στους Γερμανούς οικοδεσπότες του ότι η Ιταλία και σύνταγμα έχει, και κυβέρνηση έχει μέχρι να ορκιστεί η επόμενη και «δεν προκαλεί κίνδυνο μετάδοσης σε κανένα».

Η γερμανική ξεροκεφαλιά...

Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι η άποψη του Στάινμπρικ είναι κυρίαρχη και εντός της γερμανικής κυβέρνησης. Μπορεί οι Μέρκελ και σία να είναι πιο προσεκτικοί και να μη χρησιμοποιούν εμπρηστικές εκφράσεις, ωστόσο και η δική τους ανάγνωση της ιταλικής ετυμηγορίας ήταν ότι νίκησαν οι λαϊκιστές. Θεωρούν ότι όποιος αντιτίθεται στον μονόδρομο της δημοσιονομικής εξυγίανσης είναι λαϊκιστής ή στην καλύτερη περίπτωση αιθεροβάμων, που κάποια στιγμή θα δει το φως το αληθινό και θα προσγειωθεί στην πραγματικότητα.

Δεν είναι τυχαίες οι ανησυχίες που εκφράζονται τις τελευταίες μέρες από το Βερολίνο για την πορεία της γαλλικής οικονομίας. Τον Φρανσουά Ολάντ δεν τον χαρακτήρισαν ποτέ λαϊκιστή, τον πιέζουν ωστόσο να «συμμαζέψει» τη Γαλλία -και να ξεχάσει τα περί Συμφώνου Ανάπτυξης.

Μπορεί να χύθηκαν αυτές τις μέρες τόνοι μελάνης στον γερμανικό Τύπο για αναλύσεις και σχόλια, που επισημαίνουν τη γερμανική «ξεροκεφαλιά», που καλούν το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες να αναρωτηθούν πού οδηγεί την Ευρώπη η πολιτική της λιτότητας, που υπενθυμίζουν ότι οι χώρες της γηραιάς ηπείρου είναι δημοκρατίες, όπου ο λαός είναι αυτός που αποφασίζει ποια πορεία θέλει, ωστόσο η κυβέρνηση Μέρκελ παραμένει πεπεισμένη ότι διαχειρίζεται σωστά αυτή την κρίση: Ότι η δημοσιονομική εξυγίανση είναι το προαπαιτούμενο για να επιστρέψει η ανάπτυξη, ότι η ύφεση, η εκρηκτική ανεργία, η φτωχοποίηση πλατιών στρωμάτων του Νότου είναι βραχυπρόθεσμες παράπλευρες απώλειες στον δρόμο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, που θα φέρει πάλι την Ευρώπη στον δρόμο της σταθερότητας και της ευημερίας.

Στο εσωτερικό μέτωπο -κανείς δεν ξεχνά ότι έχει και η Γερμανία φέτος εκλογές- το επιχείρημα που πουλάει η Μέρκελ, επιτυχώς μέχρι τώρα, είναι το γερμανικό παράδειγμα. Κοιτάξτε, λέει, εμείς κάναμε δέκα χρόνια θυσίες, κρατήσαμε τους μισθούς καθηλωμένους, ενισχύσαμε την ανταγωνιστικότητά μας και το αποτέλεσμα ήταν να κρατήσουμε αναμμένη μέσα στην κρίση τη μηχανή της γερμανικής οικονομίας, να μειώσουμε σε ποσοστά ρεκόρ την ανεργία. Ας κάνουν, λοιπόν, το ίδιο και οι υπόλοιποι.

Το αντεπιχείρημα της γερμανικής αντιπολίτευσης, ότι ακριβώς αυτή η πολιτική συνέβαλε τα μέγιστα στο ξέσπασμα της κρίσης, ότι μέρος του προβλήματος είναι τα «περήφανα» πλεονάσματα της Γερμανίας που σε μεγάλο βαθμό ισοδυναμούν με τα «κατακριτέα» ελλείμματα του Νότου, δεν περνάει εύκολα στο γερμανικό εκλογικό σώμα. Το μόνο που ταρακουνάει το τελευταίο διάστημα τους απλούς Γερμανούς είναι οι εικόνες της εξαθλίωσης και της βίας από τον Νότο.

...και η γαλλική ευκαιρία

Την ώρα που η Γερμανία αντιδρά μάλλον αυτιστικά στο ιταλικό αποτέλεσμα και το θεωρεί νίκη του λαϊκισμού, η Γαλλία επιλέγει την άλλη ανάγνωση. Δεν ήταν τυχαία η πρώτη επίσημη αντίδραση από το Παρίσι, διά στόματος του υπουργού Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί, ότι το αποτέλεσμα της ιταλικής κάλπης είναι μια κραυγή αγωνίας για μια άλλη πολιτική στην Ευρώπη, προσανατολισμένη στην ανάπτυξη κι όχι στον μονόδρομο της λιτότητας.

Υπενθυμίζεται ότι μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα, το Μάιο του 2012, ο Φρανσουά Ολάντ κέρδισε τις γαλλικές εκλογές υποσχόμενος να αγωνιστεί για ένα Σύμφωνο Ανάπτυξης στην Ευρώπη. Μέχρι τώρα δεν το κατάφερε και ήλπιζε ότι με μια κυβέρνηση Μπερσάνι στην Ιταλία θα έβρισκε έναν αρκετά ισχυρό σύμμαχο για να ξαναμπεί στη μάχη. Ωστόσο, και χωρίς την επικράτηση Μπερσάνι, το Παρίσι προτιμά να βλέπει το ιταλικό ποτήρι... μισογεμάτο. Θα ήθελε να το αξιοποιήσει ως απόδειξη της ήττας της Μέρκελ, ως κώδωνα... κινδύνου για ανάλογες εξελίξεις στην Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα, ως μοχλό πίεσης προς το Βερολίνο να βάλει νερό στο κρασί του.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0