Η Μέρκελ έκανε ό,τι μπορούσε για να απομακρύνει τον κίνδυνο μιας νέας έκρηξης αστάθειας στην Ευρώπη τις παραμονές των γερμανικών εκλογών. Στην Ιταλία έπαιξε ολοκληρωτικά το χαρτί του Μόντι -χωρίς να πάει βέβαια παραπέρα από εκδηλώσεις εκτίμησης -προσέχοντας να αποφύγει το φαινόμενο μπούμερανγκ που προκάλεσε με την αμέριστη υποστήριξή της προς τον Νικολά Σαρκοζί στις γαλλικές εκλογές.
Μετά την ήττα του τελευταίου, υποχρεώθηκε να συνεργαστεί με τον διάδοχό του Φρανσουά Ολάντ. Και για να εξευμενίσει τις αγορές έφτασε στο σημείο να αναιρέσει τις προβλεπόμενες ποινές για την αποτυχία της Γαλλίας να μειώσει το έλλειμμά της. Η στρατηγική της καγκελαρίου όμως δεν απέδωσε. Η αντίδραση των Ιταλών ψηφοφόρων άνοιξε πάλι τις πληγές της αστάθειας εντός και εκτός Ιταλίας. Όπως αναμενόταν, οι αγορές πέρασαν και πάλι στην επίθεση. Η Ευρώπη τρέμει και, προκειμένου να περιορίσει τη ζημιά, ονειρεύεται να θέσει την Ιταλία υπό κηδεμονία, να τη στείλει στην εξωτερική τροχιά των χωρών, όπως η Ελλάδα, που ήδη βρίσκονται υπό στενή επιτήρηση.
Στην πραγματικότητα η κρίση της εκλογικής υστερίας στην Ιταλία πέρασε τα όρια της εθνικής διάστασης της δυσαρέσκειας και ωθεί τώρα την έννοια της ενωμένης Ευρώπης να βρεθεί αντιμέτωπη με κάποιες δυσάρεστες αλήθειες. Το ευρώ μπορεί σύντομα να δοκιμαστεί και πάλι όχι εξαιτίας του ιταλικού ζητήματος, αλλά επειδή η Ιταλία, η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ζώνης του ευρώ, άγγιξε τα προβλήματα του ενιαίου νομίσματος που η Ένωση προσπαθούσε μέχρι τώρα να κουκουλώσει.
Το εκλογικό αποτέλεσμα στη Ιταλία μιλά από μόνο του για τη γενικευμένη αγανάκτηση με τη λιτότητα και τους φόρους σε μια χώρα που μαστίζεται από ύφεση και ανεργία. Εκφράζει πάνω από όλα την εξέγερση απέναντι στους μανδαρίνους ενός συστήματος που, αφού αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το ενιαίο νόμισμα, απέτυχε να κάνει τις αναγκαίες επιλογές για τη διατήρησή του. Δεν υπήρξαν εκσυγχρονισμοί ούτε μεταρρυθμίσεις. Το νόμισμα δεν επιτράπηκε να γίνει πιο ανταγωνιστικό και σε αρμονία με τους εταίρους του. Το σύστημα δημιούργησε στους Ιταλούς την ψευδαίσθηση ότι η χώρα θα μπορούσε να συνεχίσει όπως είχε, να διατηρήσει τα ίδια μονοπώλια χωρίς να πληρώσει το τίμημα.
Οι Ιταλοί δεν είναι, ωστόσο, οι μοναδικοί στην Ευρώπη που δεν κατόρθωσαν να ζυγίσουν τις επιπτώσεις της συμμετοχής στο ενιαίο νόμισμα. Αυτό γέννησε το δίλημμα "περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη" και το "μέσα ή έξω από το ευρώ". Δεν είναι ένα δίλημμα που αφορά μόνο τους Ιταλούς. Είναι όμως ένα θέμα ταμπού πολύ πιο διαδεδομένο στα μέλη της Ευρωζώνης ή τα υποψήφια μέλη από όσο θα περίμενε κανείς.
Η πληγή συνεχίζει να κακοφορμίζει στα τέσσερα χρόνια της κρίσης την ώρα που η Ευρωζώνη φαίνεται ανήμπορη να βρει οποιαδήποτε λύση έξω από το δόγμα της λιτότητας και τις μεταρρυθμίσεις -σοκ που επιβάλλει η Γερμανία. Και όλα αυτά χωρίς να υπάρχει ανάπτυξη που θα μπορούσε να απορροφήσει τους κραδασμούς και με ακόμη λιγότερη ενδοευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Για να μην αναφερθούμε στην άρνηση των φυσιολογικών δημοκρατικών διαδικασιών, στο όνομα, φυσικά, της τεχνοκρατικής επιλογής που υποτίθεται ότι είναι πιο αποτελεσματική.
Όλο αυτό το διάστημα το χάσμα Βορρά - Νότου γίνεται όλο και βαθύτερο και οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες συνεχίζουν να χάνουν έδαφος στη διεθνή αγορά. Οι θυσίες δεν ευχαριστούν κανέναν. Και φυσικά ικανοποιούν ακόμη λιγότερο εκείνους που επισημαίνουν ότι "η Ευρώπη έχει τα χρήματα για να σώσει τις τράπεζες, αλλά όχι για να αποκαταστήσει την ανάπτυξη και την απασχόληση".
Οι αγορές, από την άλλη, χρειάζονται κάποια βεβαιότητα για το μέλλον και τη συνοχή του ευρώ πριν να ηρεμήσουν και πάλι. Θα αρκέσουν για κάτι τέτοιο οι εγγυήσεις που προσφέρει ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι; Και αν ναι για πόσο ακόμη τώρα που η Ιταλία απειλεί να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας αφήνοντας όλους να αντικρίσουν τα πολλά ανεπίλυτα προβλήματα του ευρώ και της Ε.Ε.;
Την ώρα που η λαϊκή συναίνεση για την Ευρώπη καταρρέει σε όλη την ήπειρο, το ενιαίο νόμισμα πρέπει να αντέξει στις εσωτερικές δυσκολίες και να επιταχύνει τις διαδικασίες ενοποίησης με την επικύρωση της τριπλής ένωσης: στις τράπεζες, τους προϋπολογισμούς και την πολιτική. Πρέπει να αποφασίσει μια και καλή αν θα αποδεχτεί πραγματικά μια κοινή μοίρα σε όλα τα επίπεδα κάτω από το κυρίαρχο σήμερα γερμανικό μοντέλο.
Οι γερμανικές εκλογές και οι ευρωεκλογές του 2014 έχουν "παγώσει" προσωρινά τις διαπραγματεύσεις αναστέλλοντας για μερικούς μήνες τη στιγμή της αλήθειας και απωθώντας την επιλογή ανάμεσα στις πολλές αντιφάσεις από τις οποίες αποτελείται η Ευρώπη. Όμως οι ανησυχίες παραμένουν και εντείνονται σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης. Ακόμη και στη Γαλλία του Φρανσουά Ολάντ.
Να είναι άραγε η χαλάρωση της πειθαρχίας από την Άνγκελα Μέρκελ αρκετή για να κατευνάσει τις αγορές και να διατηρηθεί η κατάσταση χωρίς σημαντικές αναταράξεις μέχρι τον Σεπτέμβριο; Η Ιταλία σήμανε τον συναγερμό, έναν εκκωφαντικό συναγερμό. Θα ήταν επικίνδυνο να αγνοηθεί. Για την Ευρώπη και για όλους.