Ένα γιγάντιο σαλάχι του γλυκού νερού (Urogymnus polylepis) βάρους περίπου 300 κιλών πιάστηκε από ψαράδες στην Καμπότζη. Το γιγάντιο σαλάχι αποτελεί είδος προς εξαφάνιση, παρατηρείται σπάνια και είναι εξαιρετικά δύσκολο να μελετηθεί. Ζει στα βαθιά σκοτεινά νερά του ποταμού Μεκόνγκ.
Πρόκειται για θηλυκό σαλάχι, που οι χωρικοί βάφτισαν «μποραμί» που σημαίνει «πανσέληνος» στη γλώσσα Χμερ, λόγω του στρογγυλού σχήματός του. Έχει μήκος τέσσερα μέτρα και πλάτος 2,2 μέτρα. Οι επιστήμονες αφού του τοποθέτησαν πομπό εντοπισμού, για να παρακολουθούν τις μετακινήσεις του και στη συνέχεια το άφησαν ελεύθερο στον ποταμό.
Ο όγκος του ξεπέρασε το προηγούμενο ρεκόρ που κατείχε ένα γιγάντιο γατόψαρο του Μεκόνγκ (Pangasianodon gigas) βάρους 293 κιλών που είχε πιαστεί το 2005 στη βόρεια Ταϊλάνδη.
Το συγκεκριμένο είδος συναντάται σπάνια και είναι εξαιρετικά δύσκολο να μελετηθεί, με αποτέλεσμα να είναι ελάχιστα γνωστά για τις συμπεριφορές ή τον κύκλο ζωής του. Ωστόσο χάρη σε ένα δίκτυο τοπικών ψαράδων και την ταχεία δράση μιας διεθνούς ομάδας που συνεργάζεται με το πρόγραμμα Wonders of the Mekong στην Καμπότζη, οι επιστήμονες βρέθηκαν μπροστά σε μια σπάνια ευκαιρία να μάθουν τον γιγάντιο κάτοικο του βυθού.

Στις 14 Ιουνίου 2022, οι επιστήμονες του FISHBIO εμφύτευσαν χειρουργικά πομπό στο σαλάχι 300 κιλών στον ποταμό Μεκόνγκ στην Καμπότζη, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο ψάρι γλυκού νερού που έχει καταγραφεί ποτέ.
Οι επιστήμονες συνεργάζονται με τις τοπικές κοινότητες έχοντας δημιουργήσει ένα δίκτυο τοπικών ψαράδων προκειμένου να λαμβάνουν ειδοποιήσεις για τυχόν γιγάντια σαλάχια που αλιεύονται. Συνολικά τρία σαλάχια έχουν πιαστεί μέχρι στιγμής κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών του 2022.
«Είναι συναρπαστική είδηση επειδή ήταν το μεγαλύτερο ψάρι στον κόσμο», είπε ο βιολόγος Ζεμπ Χόγκαν, ο πρώην παρουσιαστής της σειράς ντοκιμαντέρ Monster Fish (Ψάρια-Τέρατα) στο National Geographic, ο οποίος σήμερα ασχολείται με ένα πρόγραμμα διάσωσης της χλωρίδας και της πανίδας του Μεκόνγκ.
Ο ποταμός Μεκόνγκ έχει τεράστια ποικιλία ψαριών –είναι τρίτος στον κόσμο– αν και η υπεραλιεία, η ρύπανση και η εναπόθεση ιζημάτων έχει οδηγήσει στη μείωση των αποθεμάτων.
