Live τώρα    
Ο πόλεμος στην Ουκρανία με τα μάτια ενός αιρετικού
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο πόλεμος στην Ουκρανία με τα μάτια ενός αιρετικού

ΟΥΚΡΑΝΙΑ

Γεννημένος στις 14 Δεκεμβρίου 1947, ο Τζον Τζόζεφ Μερσχάιμερ είναι διακεκριμένος Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, καθηγητής από το 1982 στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Αποφοίτησε το 1970 από τη στρατιωτική ακαδημία του Ουέστ Πόιντ και υπηρέτησε επί μία πενταετία στην αμερικανική Πολεμική Αεροπορία. Εκφράζει τη ρεαλιστική σχολή σκέψης στις διεθνείς σχέσεις και η θεωρία του ονομάζεται “επιθετικός ρεαλισμός”.

Ο Μερσχάιμερ θεωρεί ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων κυριαρχείται από την ορθολογική επιθυμία τους να εξασφαλίσουν περιφερειακή ηγεμονία στο πλαίσιο ενός άναρχου διεθνούς συστήματος. Ωστόσο, για καθαρά πρακτικούς λόγους, είναι εφικτή μόνο η περιφερειακή ηγεμονία, όχι η παγκόσμια. Αποφεύγει τον όρο “ιμπεριαλισμός”, χρησιμοποιώντας αντ’ αυτού τον όρο “πολιτική των μεγάλων δυνάμεων”. Η δομική θεωρία του επιθετικού ρεαλισμού βασίζεται στην παραδοχή ότι σε μια αμιγώς ιδιοτελή προσπάθεια προάσπισης της εθνικής ασφάλειάς τους τα κράτη θα ενεργήσουν προληπτικά έναντι των αντιπάλων τους.

Ο Μερσχάιμερ είναι ένας από τους διαπρύσιους επικριτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το 2019 είχε γράψει στην επιθεώρηση International Security ότι η “φιλελεύθερη διεθνής τάξη” πραγμάτων που δημιουργήθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο τελεί υπό κατάρρευση καθώς ήταν ελαττωματική εξ αρχής και ως εκ τούτου καταδικασμένη να αποτύχει. Η κατάρρευσή της προκαλεί τρόμο στις δυτικές ελίτ που την οικοδόμησαν και επωφελήθηκαν από αυτήν με μυριάδες τρόπους.

Νέα πολυπολικότητα

Επιπλέον, η “υπερ-παγκοσμιοποίηση”, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φιλελεύθερης τάξης, προκαλεί οικονομικά προβλήματα στα κατώτερα και μεσαία στρώματα εντός των φιλελεύθερων δημοκρατιών τροφοδοτώντας την αντίδραση εναντίον της. Η πτώση της φιλελεύθερης τάξης επιτάχυνε την άνοδο της Κίνας, συντελώντας έτσι στη μετατροπή του παγκόσμιου συστήματος από μονοπολικό (ΗΠΑ) σε πολυπολικό (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα).

Μια φιλελεύθερη διεθνής τάξη είναι δυνατή μόνο υπό τη μονοπολικότητα, υπογραμμίζει ο Μερσχάιμερ. Αυτό προφανώς εξηγεί γιατί, κατά τον ίδιο, η διεθνής τάξη που οικοδόμησαν οι ΗΠΑ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τον Ψυχρό Πόλεμο δεν ήταν πραγματικά μια “φιλελεύθερη διεθνής τάξη”, παρότι τη διέκριναν ορισμένα σχετικά χαρακτηριστικά. Η ειδοποιός διαφορά βρισκόταν στο ότι εκείνη βασιζόταν σε ρεαλιστικές παραδοχές κι όχι σε ιδεολογήματα. Εν κατακλείδι, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι ΗΠΑ “ιδεολογικοποίησαν” τη φιλελεύθερη τάξη που είχαν οικοδομήσει στη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου και προσπάθησαν να την επιβάλουν στον κόσμο.

Αλλά σήμερα υπάρχει μια νέα πραγματικότητα. Ο νέος πολυπολικός κόσμος που αναδύεται απ’ τις στάχτες της “φιλελεύθερης διεθνούς τάξης” θεμελιώνεται σε τρεις ρεαλιστικές υποτάξεις: μια λεπτή-εύθραυστη που διευκολύνει τη διεθνή συνεργασία, και δύο άλλες αυστηρά οριοθετημένες. Η μία κυριαρχείται από την Κίνα και η άλλη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που είναι έτοιμες και οι δύο να εμπλακούν σ’ έναν γεωπολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Αναζητώντας την ευθύνη

Για χρόνια ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας υποστήριζε ότι, πιέζοντας για επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά και καλλιεργώντας φιλικές σχέσεις με την Ουκρανία, οι ΗΠΑ αύξησαν την πιθανότητα ενός πολέμου μεταξύ δυνάμεων με πυρηνικά όπλα και έθεσαν τις βάσεις για τη σημερινή επιθετικότητα του Βλαντίμιρ Πούτιν. Πράγματι, το 2014, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, ο Μερσχάιμερ είχε υποστηρίξει ανοιχτά ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους μοιράζονται το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης γι’ αυτή την κρίση».

Αν και πολλοί επικριτές του Πούτιν επιμένουν ότι θα ακολουθούσε ούτως ή άλλως επιθετική εξωτερική πολιτική έναντι των πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών ανεξάρτητα από τη δυτική ανάμειξη, ο Μερσχάιμερ παραμένει ακλόνητος στη θέση του ότι οι ΗΠΑ έχουν μερίδιο ευθύνης επειδή τον προκάλεσαν. Σε πρόσφατη μακροσκελή συνέντευξή του στον  Άϊζακ Τσότινερ του The New Yorker, τέθηκαν ερωτήματα όπως εάν ο τρέχων πόλεμος θα μπορούσε να είχε αποτραπεί, εάν έχει νόημα να θεωρούμε τη σύγχρονη Ρωσία ως αυτοκρατορική δύναμη και ποια μπορεί να είναι τελικά τα σχέδια του Πούτιν για την Ουκρανία.

Ο Μερσχάιμερ ξεκαθαρίζει ότι η πολιτική επέκτασης του ΝΑΤΟ, τουλάχιστον έως το 2014, δεν είχε σκοπό τον “περιορισμό” της Ρωσίας, καθώς κανένας τότε στη Δύση δεν θεωρούσε τη Ρωσία στρατιωτική απειλή. Η ΝΑΤΟϊκή επέκταση είχε να κάνει ακριβώς με τη διεύρυνση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης υπό τη φιλοδοξία της Δύσης να ενσωματώσει στους κόλπους της χώρες όπως η Ουκρανία και η Γεωργία, ώστε να δημιουργήσει μια γιγάντια ζώνη ειρήνης και ευμάρειας σε όλη την Ευρώπη, δυτική και ανατολική. Στην εύλογη ερώτηση, τι θα εξυπηρετούσε όλο αυτό, ο Μερσχάιμερ έχει ήδη απαντήσει γράφοντας προ τριετίας για τις δυτικές ελίτ που επωφελήθηκαν της φιλελεύθερης τάξης με μυριάδες τρόπους.

Το μεγάλο έπαθλο

Η Ουκρανία είναι το μεγάλο έπαθλο στον αγώνα μεταξύ Ρωσίας και Δύσης είχε γράψει, άλλωστε, το 2013 στην Washington Post ο Καρλ Γκέρσμαν, επικεφαλής τότε του “Εθνικού Κληροδοτήματος για τη Δημοκρατία” (National Endowment for Democracy - NED), μιας οργάνωσης με μεγάλο ιστορικό χρηματοδότησης κινημάτων που αντιτίθενται σε κυβερνήσεις με τις οποίες οι ΗΠΑ είναι δυσαρεστημένες. Μεταξύ 1991 και 2013, οι ΗΠΑ ξόδεψαν περισσότερα από 5 δισεκατομμύρια δολάρια προσπαθώντας να επηρεάσουν και να διαμορφώσουν τις ουκρανικές εσωτερικές υποθέσεις όπως αυτές θεωρούσαν σκόπιμο, ανάμεσά τους τη μετάβαση της Ουκρανίας στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, είχε εξάλλου παραδεχτεί η Αμερικανίδα πρώην βοηθός υπουργός Εξωτερικών αρμόδια για την Ευρώπη και την Ευρασία Βικτόρια Νούλαντ.

Αυτό που κατά τον Μερσχάιμερ συνέβη μετά τη σύνοδο του Βουκουρεστίου, τον Απρίλιο του 2008, όταν άναψε το πράσινο φως για την ένταξη της Ουκρανίας και της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, ήταν ότι με το πέρασμα του χρόνου οι ΗΠΑ κινήθηκαν για να συμπεριλάβουν την Ουκρανία στη Δύση και για να τη μετατρέψουν σε δυτικό προπύργιο στα σύνορα της Ρωσίας. “Φυσικά, αυτό περιλαμβάνει περισσότερα από την επέκταση του ΝΑΤΟ” σημειώνει. “Η επέκταση του ΝΑΤΟ είναι η καρδιά της στρατηγικής. Περιλαμβάνει τη διεύρυνση της Ε.Ε., αλλά και τη μετατροπή της Ουκρανίας σε φιλοαμερικανική, φιλελεύθερη δημοκρατία και, από τη ρωσική σκοπιά, αυτό αντιπροσωπεύει μια υπαρξιακή απειλή”.

Ο Μερσχάιμερ θεωρεί ότι το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα έχει επινοήσει το επιχείρημα που περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι στόχος του Πούτιν είναι να δημιουργήσει μια μεγάλη Ρωσία ή μια “μετενσάρκωση” της πρώην Σοβιετικής  Ένωσης. Θεωρεί ότι αυτό είναι αντικειμενικά αδύνατο, καθώς η Ρωσία δεν διαθέτει το μέγεθος της οικονομίας που θα της επέτρεπε να έχει έναν στρατό ικανό να πετύχει αυτό τον στόχο. “Η στρατιωτική ισχύς βασίζεται στην οικονομική ισχύ. Χρειάζεσαι μια ισχυρή οικονομική βάση για να χτίσεις έναν πραγματικά ισχυρό στρατό. Για να βγεις έξω και να κατακτήσεις χώρες όπως η Ουκρανία και τα κράτη της Βαλτικής και να ξαναδημιουργήσεις την πρώην Σοβιετική  Ένωση ή την πρώην Σοβιετική Αυτοκρατορία στην ανατολική Ευρώπη, αυτό απαιτεί έναν τεράστιο στρατό και μια οικονομική βάση που ούτε κατά διάνοια διαθέτει η σημερινή Ρωσία”.

Ρεαλισμός και αναδίπλωση

“Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε ότι η Ρωσία θα γίνει μια περιφερειακή ηγεμονική δύναμη στην Ευρώπη. Η Ρωσία δεν αποτελεί σοβαρή απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντιμετωπίζουμε μια σοβαρή απειλή στο διεθνές σύστημα, έναν ομότιμο ανταγωνιστή. Και αυτή είναι η Κίνα. Η πολιτική μας στην ανατολική Ευρώπη υπονομεύει την ικανότητά μας να αντιμετωπίσουμε την πιο επικίνδυνη απειλή που έχουμε σήμερα” υποστηρίζει ο Αμερικανός διεθνολόγος.

Αυτό που, όπως λέει, πρέπει να γίνει άμεσα, είναι να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από την Ευρώπη για να στραφούν στην Κίνα. Αυτή πρέπει να είναι η υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής τους. Η Νο2 είναι να αρχίσουν να δουλεύουν υπερωρίες για να δημιουργήσουν φιλικές σχέσεις με τους Ρώσους. “Οι Ρώσοι είναι μέρος του εξισορροπητικού συνασπισμού μας ενάντια στην Κίνα. Εάν ζεις σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν τρεις μεγάλες δυνάμεις -Κίνα, Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες- και μία από αυτές τις μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα, είναι ομότιμος ανταγωνιστής σου, αυτό που χρειάζεται να κάνεις είναι να έχεις τη Ρωσία με το μέρος σου. Αντίθετα, αυτό που κάναμε εμείς με την ανόητη πολιτική μας στην ανατολική Ευρώπη είναι να σπρώχνουμε τους Ρώσους στην αγκαλιά των Κινέζων” λέει ο Μερσχάιμερ.

Όσον αφορά την Ουκρανία, η κατάσταση είναι περίπλοκη, αλλά όχι αδιέξοδη. "Νομίζω ότι σε κάθε ζήτημα διεθνούς πολιτικής υπάρχει μια στρατηγική και μια ηθική διάσταση. Μερικές φορές, αυτές οι δύο ευθυγραμμίζονται μεταξύ τους. Υπάρχουν όμως άλλες περιπτώσεις που τα βέλη δείχνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις, όπου το να κάνεις αυτό που είναι στρατηγικά σωστό, είναι ηθικά λανθασμένο. Με άλλα λόγια, αυτό που λέω είναι ότι όταν τα πράγματα φτάσουν στα άκρα, οι στρατηγικοί συμβιβασμοί υπερισχύουν των ηθικών προβληματισμών. Σ’ έναν ιδανικό κόσμο, θα ήταν υπέροχο αν οι Ουκρανοί ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν το δικό τους πολιτικό σύστημα και να επιλέξουν τη δική τους εξωτερική πολιτική. Αλλά στον πραγματικό κόσμο, αυτό δεν είναι εφικτό.  Έχουν συμφέρον να δώσουν σοβαρή προσοχή στο τι θέλουν οι Ρώσοι από αυτούς. Νομίζω ότι υπάρχει μια σοβαρή πιθανότητα οι Ουκρανοί να μπορούν να καταλήξουν σε κάποιου είδους modus vivendi με τους Ρώσους. Και ο λόγος είναι ότι οι Ρώσοι ανακαλύπτουν τώρα πως η κατοχή της Ουκρανίας και η προσπάθειά τους να διευθύνουν την πολιτική ζωή της είναι μεγάλος μπελάς”.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0