Αλυσιδωτές αντιδράσεις σε παγκόσμια κλίμακα πυροδοτεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, προϊδεάζοντας για δραματικές αλλαγές σε οικονομικό, εμπορικό, ενεργειακό, αγροτοδιατροφικό επίπεδο προσεχώς. Υπό μια πιο απαισιόδοξη θεώρηση, διακρίνονται ήδη τα νέα τείχη που θα ορθωθούν την επαύριον του πολέμου διαχωρίζοντας ακόμη και το εμπόριο στη βάση πολιτικοϊδεολογικών διαφορών.
Από την εναγώνια προσπάθεια της Ευρώπης να εξασφαλίσει ενεργειακή επάρκεια, τη στροφή της Ε.Ε. προς τις ΗΠΑ για την αναπλήρωση του χαμένου εδάφους στο εξωτερικό εμπόριό της έως την «αναγκαστική» επιστροφή στον άνθρακα και τη ρυπογόνα παραγωγή ενέργειας, τη δεινή θέση των φτωχών χωρών της Αφρικής, οι σοδιές των οποίων απειλούνται από την εκτόξευση των τιμών των λιπασμάτων λόγω του εμπάργκο στη Ρωσία, ο κόσμος αντιμετωπίζει ήδη μια βίαιη προσαρμογή στη νέα, απροσδόκητη πραγματικότητα που ανέτειλε την 24η Φεβρουαρίου 2022.
Ασφαλές καταφύγιο
Πιθανόν η Ευρώπη να «καταπιεί» τις μέχρι πρότινος «αγεφύρωτες» διαφορές της με τις ΗΠΑ στη διμερή εμπορική σχέση που φιλοδοξούσε να οικοδομήσει και οι οποίες πήραν μορφή ανοιχτής σύγκρουσης κατά την προεδρία Τραμπ, αναζητώντας τώρα ασφαλές καταφύγιο για τα αγαθά και τις υπηρεσίες της στη μεγάλη βορειοαμερικανική αγορά.
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ ζήτησε την Κυριακή να γίνει μια νέα προσπάθεια για να «πέσουν» επιτέλους οι υπογραφές στην πολυσυζητημένη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP), τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις ΗΠΑ που καρκινοβατεί από το 2013, αφήνοντας κατά μέρος την αντιπαλότητα και τις άγονες αντιπαραθέσεις, καθώς η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχει αλλάξει όλο το τοπίο και τις προτεραιότητες.
«Θα πρέπει να ξαναρχίσουμε τις διαπραγματεύσεις. Ειδικά τώρα, με την κρίση στην Ουκρανία, γίνεται σαφές πόσο σημαντικό είναι το ελεύθερο εμπόριο με παγκόσμιους εταίρους που μοιράζονται τις αξίες μας»,τόνισε ο Λίντνερ στη γερμανική οικονομική εφημερίδα Handelsblatt. Είπε ακόμη ότι η Ευρώπη πρέπει να μάθει από τα λάθη που έγιναν κατά την προηγούμενη διαπραγματευτική περίοδο, με αποτέλεσμα όλη η προσπάθεια να καταλήξει σε αποτυχία.
Τα αδιέξοδα για τη γερμανική οικονομία είναι μεγάλα εξαιτίας του αποκλεισμού της Ρωσίας λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της ενεργειακής εξάρτησής της από αυτήν και τον ασύμμετρο παράγοντα της δημογραφικής συρρίκνωσης. Μόλις την περασμένη εβδομάδα ο Γερμανός υπουργός Ενέργειας Ρόμπερτ Χάμπεκ είχε προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενο μποϊκοτάζ του ρωσικού αερίου και πετρελαίου θα σημάνει αυτόματα έκρηξη της ανεργίας και μαζική φτώχεια. Λίγες άλλες δυτικές οικονομίες εξαρτώνται σε τόσο μεγάλο βαθμό από τη ρωσική ενέργεια όσο η Γερμανία: το 55% του φυσικού αερίου, το 52% του άνθρακα και το 34% του πετρελαίου που καταναλώνεται στη χώρα προέρχεται από τη Ρωσία, για τα οποία η γερμανική κυβέρνηση πληρώνει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ καθημερινά.
Αέριο και πείνα
Έτσι, το Βερολίνο βρίσκεται τώρα σε φάση αναζήτησης νέου προμηθευτή αερίου και το Κατάρ φαίνεται να είναι μια καλή επιλογή. Είναι άλλωστε ένας από τους τρεις μεγαλύτερους εξαγωγείς υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως, στη δεύτερη θέση μετά την Αυστραλία, ακολουθούμενο από τις ΗΠΑ.
O Χάμπεκ επισκέφθηκε την Ντόχα την Κυριακή και συμφώνησε με τον εμίρη Αλ Θάνι σε «μακροπρόθεσμη ενεργειακή συνεργασία» προκειμένου η Γερμανία να «ξεκόψει» από το ρωσικό αέριο. Μάλιστα, ο εμίρης φέρεται να δεσμεύτηκε ότι θα προσφέρει περισσότερη υποστήριξη από ό,τι περίμενε η Γερμανία. «Αν και μπορεί να χρειαζόμαστε το ρωσικό αέριο, στο μέλλον δεν θα είναι πια έτσι η κατάσταση. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή» είπε χαρακτηριστικά ο Γερμανός υπουργός.
Βέβαια, αν το μεγαλύτερο πρόβλημα της Γερμανίας σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι η ενεργειακή ασφάλειά της, σε άλλα μέρη του κόσμου είναι η ίδια η πείνα. Μία από τις παράπλευρες συνέπειες της ρωσικής εισβολής και των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στη Μόσχα αλλά και τη Λευκορωσία ήταν η εκτόξευση των τιμών των λιπασμάτων. Η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας παγκοσμίως και η Λευκορωσία ο πέμπτος στη σειρά, μετά την Κίνα, τον Καναδά και τις ΗΠΑ. Οι ειδικοί και ο FAO έχουν προειδοποιήσει ότι η αύξηση του κόστους των καλλιεργειών θα έχει δραματικές επιπτώσεις τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα των σοδειών στις φτωχές χώρες της Αφρικής, προσθέτοντας ακόμα μία δυνητική απειλή σε ένα ούτως ή άλλως ευάλωτο σύστημα αγροτοδιατροφικής παραγωγής.