«Η CGIL και η UIL προκήρυξαν γενική απεργία για την Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου ζητώντας από τους εργαζόμενους να εκφράσουν την αντίθεσή τους στην πολιτική της κυβέρνησης του Μάριο Ντράγκι, που αδιαφορεί για τις μαζικές απολύσεις, την αποβιομηχάνιση, τη μετεγκατάσταση των επιχειρήσεων, που χαρίζει χωρίς δεσμεύσεις και άλλες δεκάδες δισεκατομμύρια στις επιχειρήσεις, ενώ με τον προϋπολογισμό της δεν προβλέπει δίκτυα προστασίας για τους εργαζόμενους και την αντιμετώπιση της διεύρυνσης του πρεκαριάτου» τόνισε στην ΑΥΓΗ η Φραντσέσκα Ρεντάβιντ, γενική γραμματέας του μεγαλύτερου ιταλικού συνδικάτου Εργατών Μετάλλου FIOM, που διαδέχθηκε το 2017 στην ηγεσία του τον Μαουρίτσιο Λαντίνι, ο οποίος ανέλαβε αργότερα τα ηνία της CGIL, της μεγαλύτερης συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας της Ιταλίας.
Η FIOM CGIL άνοιξε τον δρόμο για την προκήρυξη της γενικής απεργίας της CGIL και της UIL.
Το συνδικάτο Εργατών Μετάλλου της FIOM είχε προκηρύξει ήδη στις 28 Οκτωβρίου οκτάωρη γενική απεργία στον τομέα μας. Οι εργαζόμενοι στους βιομηχανικούς τομείς, όπως της μεταλλουργίας, είναι πάντα από τους πρώτους που πλήττονται με τις κρίσεις και σήμερα είναι αυτοί που πληρώνουν βαρύ τίμημα. Στην Ιταλία δεν υπάρχει έστω και μια αχνή ιδέα βιομηχανικής πολιτικής, κάποια σκέψη ή σχέδιο, γιατί έχουν αφεθεί όλα στην αγορά.
Όλα αυτά τα χρόνια έδωσαν πακτωλό δισεκατομμυρίων στις επιχειρήσεις, τόσο πριν όσο και με την πανδημία, χωρίς καμία απολύτως δέσμευση, που οδήγησε σε μια διεύρυνση του πρεκαριάτου και στην περαιτέρω αποβιομηχάνιση της χώρας. Ο τομέας του αυτοκινήτου, της χαλυβουργίας και της σιδηρουργίας και οι άλλοι στρατηγικοί τομείς, πέρα από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις που ελέγχονται πλέον από εταιρείες κεφαλαίων, έχουν εγκαταλειφθεί στη μοίρα τους, γιατί δεν υπάρχει έστω και η παραμικρή βιομηχανική πολιτική.
Είδαμε επίσης μαζικές απολύσεις στον τομέα μετάλλου με e-mails και μέσω WhatsApp.
Ακριβώς. Μέσα στο καλοκαίρι, που τελείωσε η προστασία των εργαζομένων από τις απολύσεις, κυρίως οι επιχειρήσεις που ελέγχονται από εταιρείες κεφαλαίων άρχισαν να μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις τους σε άλλες χώρες και να προχωρούν σε μαζικές απολύσεις. Ορισμένες από αυτές κοινοποίησαν το κλείσιμο των εγκαταστάσεων, τη μετεγκατάσταση των δραστηριοτήτων τους και τις μαζικές απολύσεις με ένα e-mail ή διαμέσου του WhatsApp στους εργαζόμενους.
Η FIOM βρέθηκε στο πλευρό των εργαζομένων, γιατί είναι ο μοναδικός τρόπος για να ακουστεί η φωνή τους. Αρνηθήκαμε να υπογράψουμε και να αποδεχθούμε ό,τι είχε σχέση με τις απολύσεις και τις μετεγκαταστάσεις των εργοστασίων και προσφύγαμε στη Δικαιοσύνη, αποτρέποντας τις απολύσεις των εργαζομένων και μάλιστα με ελάχιστο κόστος για τις επιχειρήσεις. Συνεχίζουμε τις πιέσεις για την ψήφιση νόμων που να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των εργαζομένων, γιατί δεν μπορεί μια πολυεθνική ή μια εταιρεία κεφαλαίων να αποφασίζουν τη μετεγκατάσταση ενός εργοστασίου χωρίς να έχουν ειδοποιήσει τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα τουλάχιστον έναν χρόνο πριν.
Τα συνδικάτα και η κυβέρνηση έχουν συμφέρον και καθήκον να προσπαθούν να διασφαλίσουν τη βιομηχανική δομή της χώρας και την απασχόληση. Κάνουν μεγάλο λάθος εάν σκέφτονται ότι θα προχωρήσουν στην οικολογική, τεχνολογική, ψηφιακή μετάβαση με τις πολυεθνικές να κάνουν ό,τι θέλουν και τους εργαζόμενους στα ταμεία ανεργίας ή να εργάζονται σε πρόσκαιρες, περιορισμένου χρόνου και κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας. Ευτυχώς, οι εργάτες μετάλλου βρίσκονται επί μήνες στις εισόδους των εργοστασίων και στηρίζουν τους αγώνες, ενώ έχουμε και θετική ανταπόκριση από την κοινωνία. Διαφορετικά, θα είχαν κλείσει ήδη όλες αυτές τις επιχειρήσεις.

Το αρνητικό αυτό πλαίσιο επιδεινώθηκε και με τον προϋπολογισμό του Ντράγκι;
Ασφαλώς, κατά κύριο λόγο, γιατί δεν προβλέπει την προστασία των εργαζομένων που απολύονται, δεν προβλέπει δίκτυα κοινωνικής προστασίας όταν προχωράμε σε μια αλλαγή όλου του συστήματος και όχι στην αντιμετώπιση του προβλήματος μίας ή δύο εταιρειών. Η αλλαγή του συστήματος απαιτεί καινοτομίες στην παραγωγή, όχι μαζικές απολύσεις. Η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει στη διεύρυνση του πρεκαριάτου, αφού πλέον όλες οι προσλήψεις γίνονται με επισφαλείς και πρόσκαιρες εργασιακές σχέσεις, και δεν παρεμβαίνει εναντίον των μετεγκαταστάσεων των βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Αυτά τα δύο προβλήματα αποτελούν, για τη FIOM, τα δύο βασικά σημεία αντίθεσής μας στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης.
Σε ό,τι αφορά τον προϋπολογισμό, αποφεύγει να παρέμβει στο ασφαλιστικό, κυρίως για τους εργαζόμενους του βιομηχανικού τομέα που κάνουν τις πιο βαριές εργασίες, και μετατρέπει διαρκώς και περισσότερο τους απασχολούμενους αορίστου σύμβασης σε πρεκάριους, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων. Σήμερα ανακοινώθηκαν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για αναμενόμενη αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης στην Ιταλία στα 71 έτη.
Το θέμα είναι ότι όσο περισσότεροι εργαζόμενοι είναι επισφαλείς τόσο περισσότερο και τόσοι περισσότεροι δεν θα έχουν ασφαλιστικές εισφορές για μια αξιοπρεπή σύνταξη, εάν καταφέρουν να την πάρουν, γιατί και αυτό πλέον αμφισβητείται.
Στις επιχειρήσεις δόθηκαν 180 δισ. ευρώ από το 2015 έως σήμερα, οι πόροι ενός άλλου Ταμείου Ανασυγκρότησης, ενώ οι επιχειρήσεις που τα έλαβαν δεν δεσμεύτηκαν στο παραμικρό να δημιουργήσουν σταθερές και μόνιμες θέσεις εργασίας. Ούτε ενδιαφέρονται για το γεγονός ότι οι νέοι δεν θα καταφέρουν να πάρουν σύνταξη ή να ζήσουν αξιοπρεπώς ως συνταξιούχοι. Θα εργαστούν μια ζωή σε επισφαλείς θέσεις εργασίας, θα πάρουν σύνταξη πάρα πολύ αργά και όταν την πάρουν θα επιβιώνουν με τεράστιες δυσκολίες.
Μιλούν για αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης για όλους, με άξονα την προοπτική του μέσου όρους διαβίωσης, ενώ ξέρουμε ότι αυτός δεν είναι ο ίδιος μεταξύ αυτών που εργάζονται στα εργοστάσια, στις σκαλωσιές ή σε εγκαταστάσεις και αυτών που εργάζονται σε ένα γραφείο. Η ασφαλιστική κάλυψη και οι συντάξεις είχαν μια έννοια αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργαζόμενους, ενώ σήμερα γίνεται το αντίθετο και προσπαθούν να διασπάσουν και να διαχωρίσουν τον έναν εργαζόμενο από τον άλλο.
Με τη φορολογική πολιτική που προβλέπει ο προϋπολογισμός, κερδίζουν περισσότερα αυτοί που έχουν περισσότερα και χάνουν τα περισσότερα αυτοί που έχουν τα λιγότερα. Δεν υπάρχει κανένα όριο για τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να αυξάνονται κατακόρυφα οι κοινωνικές ανισότητες.
Σχεδόν ομόφωνα, όλα τα κόμματα στρέφονται κατά της απόφασης της CGIL και της UIL να προκηρύξετε γενική απεργία και υποστηρίζουν ότι τα συνδικάτα απομονώνονται από την κοινωνία.
Αυτό που βλέπουμε, αντίθετα, είναι τα κόμματα να απομονώνονται και να αποκόπτονται από την κοινωνία και από τη χώρα. Εάν δούμε τα εκλογικά αποτελέσματα, στις εκλογές συμμετέχουν διαρκώς και λιγότεροι πολίτες και -κυρίως- οι περισσότεροι που δεν πάνε να ψηφίσουν προέρχονται από τις λαϊκές συνοικίες των πόλεων. Το είδαμε ξεκάθαρα και στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές, όπου αυτοί που πήγαν να ψηφίσουν ήταν τα οικονομικά ευκατάστατα ή μεσαία και υψηλά μεσαία εισοδήματα. Οι περιφέρειες δεν συμμετείχαν, γιατί εδώ και χρόνια δεν αισθάνονται να τους αντιπροσωπεύει κάποιος. Σε πολλές μεγάλες πόλεις ψηφίζουν λιγότεροι από το 50% του πληθυσμού. Ο κόσμος, οι εργαζόμενοι, δεν αντιπροσωπεύονται πλέον από την πολιτική και τους πολιτικούς, δεν τους αναγνωρίζουν το δικαίωμα να τους εκπροσωπήσουν. Αυτό αποτελεί τεράστιο πρόβλημα, γιατί τους νόμους τους ψηφίζει το Κοινοβούλιο και τους κάνει η κυβέρνηση και όταν ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών, και κυρίως των περιφερειών, δεν ψηφίζει, δεν έχει και εκπροσώπους για να προωθήσουν τα αιτήματά του.
Τα κόμματα καταναλώνονται περισσότερο να βρουν σημεία ισορροπίας στο εσωτερικό τους και δεν γνωρίζουν την πραγματική κατάσταση της χώρας. Δεν ξέρουν τι σημαίνει να ζεις, στην καλύτερη των περιπτώσεων, με 20.000 ή 30.000 ευρώ τον χρόνο την οικογένειά σου - και αναφέρομαι στους τυχερούς, που έχουν μόνιμη εργασία για όλο το έτος.
Τα κόμματα δεν ξέρουν και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν πώς ζει ο κόσμος και αυτό αποτελεί ένα στοιχείο της κρίσης της δημοκρατίας στη χώρα μας, και όχι μόνο, γιατί είναι παγκόσμιο φαινόμενο.
Ξέραμε ποιος είναι ο Ντράγκι. Αυτός που, όταν ήταν πρόεδρος της ΕΚΤ, έστειλε την επιστολή στον Μπερλουσκόνι, το 2001, που τότε ήταν πρωθυπουργός, για να τον ρίξει και να έχουμε την κυβέρνηση του τεχνοκράτη Μόντι. Ο Ντράγκι μπορεί να είναι ένας αξιοσέβαστος άνθρωπος και να ξέρει να χειρίζεται τις καταστάσεις του τομέα όπου εργάστηκε, αλλά έχει άλλες προτεραιότητες, και ασφαλώς όχι τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα τους.
Περιγράφετε μια εικόνα που μοιάζει να αποτυπώνει την κατάσταση σε σειρά άλλες χώρες, για να μην αναφερθώ μόνο στην Ελλάδα.
Έπειτα από είκοσι χρόνια σκληρής επίθεσης εναντίον της εργασίας, εάν δεν καταφέρουμε να αναδείξουμε την αντιπαράθεση των συνδικάτων και των εργαζομένων με τον χρηματοοικονομικό και παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, θα αντιμετωπίζουμε διαρκώς δυσκολότερες καταστάσεις.
Οι επιχειρήσεις μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις και την παραγωγή τους εκεί όπου η εργασία κοστίζει λιγότερο, όπου μπορούν να έχουν υψηλότερα κέρδη στις αγορές. Χρειαζόμαστε ένα νέο συνδικαλιστικό κίνημα, που να εκφράζει και να εκπροσωπεί τους εργαζόμενους τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό δεν συμβαίνει. Το συνδικάτο των Εργατών Μετάλλου της FIOM και η CGIL, που αποτελεί τη συνομοσπονδία μας, το λέμε εδώ και χρόνια: Πρέπει να κάνουμε ένα ποιοτικό άλμα μπροστά.
Οι ευρωπαϊκές συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι οργανώσεις συνδικάτων, αλλά δεν αποτελούν ένα συνδικαλιστικό κίνημα που να κινείται με μια λογική αντιπαραθετικής διαπραγμάτευσης για συλλογικές συμβάσεις και δικαιώματα. Αυτό αποτελεί ένα τεράστιο όριο των συνδικάτων.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την Ευρώπη ως χώρο κοινωνικών δικαιωμάτων εάν δεν έχει στο επίκεντρό της τα συμφέροντα των εργαζομένων και των ανθρώπων που την κατοικούν. Το είδαμε και με την κρίση στην Ελλάδα, που μας έδειξε ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την κακή ή λιγότερο κακή πολιτική που εφάρμοσαν, δεν έδειξαν το παραμικρό ενδιαφέρον για τους εργαζόμενους και τους ανθρώπους. Το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να προσπαθήσει να κάνει ένα άλμα μπροστά, όχι μόνο στον χώρο αναφοράς του, αλλά να έχει και μια οπτική και στόχους που να ξεφεύγουν από τα στενά όριά του.
Ίσως και με μια ιδέα για την κοινωνία.
Αυτό αποτελεί σοβαρή προϋπόθεση, γιατί σε μια δύσκολη περίοδο σαν αυτή που διανύουμε, εάν δεν έχει ένα όραμα για την κοινωνία, κινδυνεύει να βουλιάξει σε μια συντεχνιακή λογική, που είναι μεταξύ των άλλων πολύ ισχυρή. Πρέπει να καταφέρουμε να εκφράσουμε και να κινητοποιήσουμε όλους μαζί, τους εργαζόμενους, το διευρυμένο πρεκαριάτο, τους συνταξιούχους, τις γυναίκες, τους νέους και τους ηλικιωμένους. Πρέπει να τους δώσουμε να καταλάβουν, να βρεθούμε στην ίδια πλευρά και να αποτρέψουμε να στρέψουν τον έναν εναντίον του άλλου, αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα πρέπει να οικοδομήσουμε ένα πλαίσιο διεκδικήσεων προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη - μέλη, που να είναι πολύ πιο πλατύ από τα στενά εθνικά σύνορά μας. Διαφορετικά, θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις.