Το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ πρόσθεσε την Τετάρτη τις ισραηλινές εταιρείες NSO Group και Candiru στη μαύρη λίστα εμπορικών συναλλαγών, υποστηρίζοντας ότι πωλούσαν κατασκοπευτικό λογισμικό σε ξένες κυβερνήσεις που χρησιμοποιούσαν τον εξοπλισμό για να στοχεύουν κυβερνητικούς αξιωματούχους, δημοσιογράφους και άλλους.
Παράλληλα στη μαύρη λίστα συμπεριλήφθηκαν η ρωσική Positive Technologies και η Computer Security Initiative Consultancy PTE LTD, από τη Σιγκαπούρη, που σύμφωνα με το υπουργείο διακινούσαν κυβερνοεργαλεία που χρησιμοποιούνται για την απόκτηση μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε δίκτυα υπολογιστών.
Η προσθήκη των εταιρειών στη μαύρη λίστα, για συμμετοχή σε δραστηριότητες αντίθετες προς τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας ή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, σημαίνει ότι οι εξαγωγές προς αυτές από ομολόγους τους στις ΗΠΑ περιορίζονται. Για παράδειγμα, καθιστά πολύ πιο δύσκολο για τους αμερικανούς ερευνητές ασφαλείας να τους πουλήσουν πληροφορίες σχετικά με ευπάθειες υπολογιστών.
Η ισραηλινή NSO βρέθηκε στο επίκεντρο το καλοκαίρι του 2021 ύστερα από αποκαλύψεις έρευνας από 17 διεθνή μέσα ενημέρωσης ότι το Pegasus φέρεται να επέτρεπε την κατασκοπεία σε βάρος δημοσιογράφων, πολιτικών, ακτιβιστών, ακόμη και αρχηγών κρατών, συμπεριλαμβανομένου του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν.
Οι προμηθευτές θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση για άδεια προτού τους πουλήσουν, η οποία είναι πιθανό να απορριφθεί.
Στο παρελθόν, οι NSO Group και Candiru έχουν κατηγορηθεί για πώληση εργαλείων hacking σε αυταρχικά καθεστώτα. Η NSO λέει ότι πωλεί τα προϊόντα της μόνο σε υπηρεσίες επιβολής του νόμου και σε υπηρεσίες πληροφοριών και λαμβάνει μέτρα για τον περιορισμό της κατάχρησης.
Εκπρόσωπος της NSO δήλωσε ότι η εταιρεία είναι «άναυδη» από την απόφαση, δεδομένου ότι οι τεχνολογίες της υποστηρίζουν τα συμφέροντα και τις πολιτικές εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, προλαμβάνοντας την τρομοκρατία και το έγκλημα, και ως εκ τούτου θα υποστηρίξουν την ανάκληση αυτής της απόφασης.
Η NSO θα παρουσιάσει πληροφορίες σχετικά με τα «αυστηρά» προγράμματα συμμόρφωσης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων της, «τα οποία έχουν ήδη οδηγήσει σε πολλαπλούς τερματισμούς επαφών με κυβερνητικές υπηρεσίες που έκαναν κατάχρηση των προϊόντων μας», δήλωσε ο εκπρόσωπος σε δήλωση του στο Reuters.
Το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας, το οποίο χορηγεί άδειες εξαγωγής στην NSO, αρνήθηκε να σχολιάσει το θέμα.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν επέβαλε κυρώσεις στην Positive Technologies, μια ρωσική εταιρεία κυβερνοασφάλειας, επειδή παρείχε υποστήριξη στις ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας. Η εταιρεία αρνείται οποιαδήποτε παράβαση. Εκπρόσωποι της Positive Technologies και της Computer Security Initiative Consultancy PTE LTD, επίσης γνωστής ως COSEINC, δεν απάντησαν αμέσως σε αιτήματα για σχολιασμό στο Reuters.
Aμερικανός αξιωματούχος που μίλησε ανώνυμα δήλωσε ότι η εταιρεία είχε βοηθήσει στη δημιουργία υποδομών υπολογιστών που χρησιμοποιήθηκαν σε ρωσικές κυβερνοεπιθέσεις εναντίον αμερικανικών οργανισμών.
Ο ιδρυτής της COSEINC Thomas Lim είναι γνωστός για τη διοργάνωση ενός συνεδρίου ασφαλείας, με την ονομασία SyScan, το οποίο πωλήθηκε στην κινεζική εταιρεία τεχνολογίας Qihoo 360, που υπόκειται σε κυρώσεις. Ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που δημοσιεύθηκε από το WikiLeaks το 2015 υποδηλώνει ότι ο Lim είχε επίσης προηγουμένως προσφερθεί να πουλήσει εργαλεία hacking στον διαβόητο ιταλικό πωλητή κατασκοπευτικού λογισμικού HackingTeam.
«Πολλές εταιρείες επιλέγουν να αποφύγουν εντελώς να συνεργαστούν με εταιρείες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, προκειμένου να εξαλείψουν τον κίνδυνο ακούσιας παραβίασης και το κόστος διεξαγωγής πολύπλοκων νομικών αναλύσεων», δήλωσε ο Κέβιν Γουλφ, πρώην βοηθός υπουργός Εμπορίου για τη διοίκηση εξαγωγών κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Ομπάμα.
«Οι ΗΠΑ είναι αποφασισμένες να χρησιμοποιήσουν τους ελέγχους εξαγωγών με αποφασιστικό τρόπο για να καταστήσουν υπόλογες εταιρείες που αναπτύσσουν, εμπορευματοποιούν ή χρησιμοποιούν τεχνολογίες για κακόβουλους σκοπούς, που απειλούν την κυβερνοασφάλεια μελών της κοινωνίας των πολιτών ή κυβερνήσεων, αντιφρονούντων και οργανώσεων που εδρεύουν εδώ και στο εξωτερικό», σημείωσε η υπουργός Εμπορίου Τζίνα Ραϊμόντο.