Βερολίνο. Τεράστια ήταν η ανακούφιση όταν τα χαράματα της περασμένης Δευτέρας έγινε πλέον ξεκάθαρο ότι η πλειοψηφία των Βερολινέζων τάσσονται υπέρ της υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης διαμερισμάτων μεγαλοϊδιοκτητών, όσων δηλαδή έχουν παραπάνω από 30.000 μονάδες. Το δημοψήφισμα που ετοιμάστηκε, στηρίχτηκε και τελικά κερδήθηκε από τη συνεργασία αρκετά ετερόκλητων μεταξύ τους κινημάτων ήρθε να συμπληρώσει μια σειρά από μέτρα που έχει πάρει η συγκυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών (SPD), Πράσινων και Die Linke στο κρατίδιο του Βερολίνου για να μπορέσει να ελέγξει κάπως την αγορά κατοικίας.
Υπάρχει μια ευρύτερη συμφωνία ότι η έλλειψη προσβάσιμης κατοικίας είναι ίσως το πιο σοβαρό πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει το Βερολίνο σήμερα, όμως συμβαίνει και σε πολλές άλλες μεγάλες πόλεις ανά τον κόσμο. Μεγάλες επενδύσεις παγκόσμιου κερδοσκοπικού κεφαλαίου που δεν έχουν ως κύριο στόχο την παροχή κατοικίας, αλλά τη δημιουργία χρηματοπιστωτικών αξιών χτίζουν τα τελευταία χρόνια ό,τι έχει απομείνει από ελεύθερη γη στην πόλη. Ο τεράστιος αριθμός διαμερισμάτων που κατασκευάζεται στο Βερολίνο δεν προορίζεται καν για την αγορά κατοικίας, αλλά, αντίστοιχα με τις μετοχές ή τα ομόλογα, για να γίνει κομμάτι επενδυτικών πορτφόλιο διεθνούς σπέκουλας. Ακόμη δηλαδή και μια αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας, δηλαδή περισσότερα διαμερίσματα, δεν θα λύσει το πρόβλημα, καθώς αυτά δεν θα προορίζονται για την κάλυψη της ανάγκης για κατοικία, πόσο λιγότερο μάλιστα για κατοικία προσβάσιμη σε χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Έτσι αποτέλεσε μεγάλο σοκ η φετινή ακύρωση από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο του σχετικά πρόσφατου κρατιδιακού νόμου που έβαζε πλαφόν στα ενοίκια. Είναι πιθανόν αυτό να στοίχισε και ψήφους στην Die Linke, που ήταν ο κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη ρύθμιση, όμως έδεσε ακόμη περισσότερο τα κινήματα, που οργανώθηκαν πίσω από το σύνθημα «Jetzt erst recht!» (σε εντελώς ελεύθερη μετάφραση «Τώρα θα δείτε!»).
Η νίκη αυτή θα έχει και πραγματικές αλλά και συμβολικές επιπτώσεις. Πραγματικές γιατί η νέα κυβέρνηση του κρατιδίου έχει τώρα την εντολή να ετοιμάσει νόμο που θα εφαρμόζει την απόφαση του δημοψηφίσματος. Είναι άγνωστο τι θέση θα κρατήσει μια νέα κεντρική (ομοσπονδιακή) κυβέρνηση, κυρίως αν ηγούνται οι Σοσιαλδημοκράτες και συμμετέχουν οι Πράσινοι, δύο κόμματα που στο Βερολίνο δεν μπλόκαραν το δημοψήφισμα. Είναι εξίσου άγνωστο αν θα σταθεί ένας τέτοιος νόμος συνταγματικά. Αν πράγματι εφαρμοστεί όμως, περίπου το ένα τέταρτο του αποθέματος κατοικίας στο Βερολίνο θα περάσει πάλι σε κρατικό έλεγχο, κάτι που μπορεί να έχει μεγάλη επιρροή στις τιμές της αγοράς. Μια κάμψη στη συνεχή άνοδο είδαμε ακόμη και με το -εφήμερο- πάγωμα των ενοικίων.
Η συμβολική σημασία του δημοψηφίσματος είναι ίσως πιο προφανής. Τα κινήματα πίσω από το δημοψήφισμα βγαίνουν δυναμωμένα, δείχνουν ότι μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και να βρουν κοινό έδαφος παρά τις διαφορετικές καταβολές τους, που σημαίνει ότι θα είναι και σε θέση να πολεμήσουν κι άλλες, ίσως μεγαλύτερες μάχες στο μέλλον. Άλλωστε, η άμεση δημοκρατία είναι δοκιμασμένη στο Βερολίνο. Πριν μια δεκαετία ένα άλλο δημοψήφισμα ακύρωσε τα μεγαλεπίβολα σχέδια «ανάπτυξης» της έκτασης του πρώην αεροδρομίου του Τέμπελχοφ, που τώρα έχει παραμείνει δημόσιο πάρκο. Ένα άλλο δημοψήφισμα πάλι σταμάτησε την ανοικοδόμηση κατά μήκος του ποταμού στον Δήμο Φριντριχσάϊν - Κρόιτσμπεργκ.
Όπως λέει και το σύνταγμα του Βερολίνου, η κατοικία αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα. Το δημοψήφισμα του Βερολίνου, όσο συμβολικό και να παραμείνει, ίσως εμψυχώσει και άλλα κινήματα στην Ευρώπη και στον κόσμο να βρουν τον δικό τους δρόμο για να διεκδικήσουν το δικαίωμα στην κατοικία. Κι αυτό από μόνο του θα είναι μεγάλη νίκη.
* Ο Άρης Καλαντίδης είναι καθηγητής Αστικής Διαχείρισης στο Metropolitan University του Μάντσεστερ