Η Χέμπα Μοχάμαντ έριξε όλη την ενέργειά της και τις σημαντικές δεξιότητές της στην εκλογή του Προέδρου Τζο Μπάιντεν ως διευθύντρια της οργάνωσης της ψηφιακής εκστρατείας των Δημοκρατών στην κρίσιμη Πολιτεία του Ουισκόνσιν. Ήταν μία από τους πάρα πολλούς νέους που δρομολόγησαν τη νικηφόρο εκστρατεία του Μπάιντεν.
Όμως, καθώς η κυβέρνηση Μπάιντεν απέτυχε να υιοθετήσει μια σταθερή στάση για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων τις τελευταίες εβδομάδες, η Μοχάμαντ απογοητευόταν όλο και περισσότερο από τον άνδρα που βοήθησε τόσο πολύ να εκλεγεί. Λέει ότι ένιωσε «βαθιά απογοήτευση βλέποντας την περιορισμένη απάντηση του Προέδρου σε ό,τι συνέβαινε στη Γάζα».
Η Μοχάμαντ δεν είναι μόνη. Ύστερα από τις εικόνες θανάτου και καταστροφής από τις ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές που προβλήθηκαν στις οθόνες όλης της Αμερικής στα μέσα Μαΐου, ακτιβιστές που εργάστηκαν για την εκλογή του Μπάιντεν άρχισαν να επικοινωνούν μεταξύ τους για το πώς θα δώσουν ένα μήνυμα στον Πρόεδρο και σε άλλα υψηλόβαθμα στελέχη των Δημοκρατικών για την ανάγκη αλλαγής της πολιτικής των ΗΠΑ, που να εστιάζει στη δικαιοσύνη για τον παλαιστινιακό λαό.
Περισσότεροι από 500 από αυτούς τους υπαλλήλους και στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του 2020 υπέγραψαν μια επιστολή που απαιτεί από την κυβέρνηση Μπάιντεν να εγκαταλείψει τη στάση διατήρησης του status quo ανάμεσα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη, που «στερεί από τους Παλαιστινίους την ειρήνη, την ασφάλεια και την αυτοδιάθεση».
Απευθυνόμενη στον Πρόεδρο, η επιστολή υποστηρίζει: «Οι ίδιες αξίες που μας ώθησαν να εργαστούμε αμέτρητες ώρες για να σας εκλέξουμε απαιτούν να μιλήσουμε για την πρόσφατη εκρηκτική βία στο Ισραήλ και τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, η οποία είναι άρρηκτη από τη συνεχιζόμενη ιστορία κατοχής, αποκλεισμού και επέκτασης των (ισραηλινών) οικισμών».
Η επιστολή έφτασε τη στιγμή που ο Μπάιντεν και οι βοηθοί του αντιμετώπιζαν κριτική από τα Δημοκρατικά μέλη του Κογκρέσου, όπως η Ρασίντα Τλιμπ του Μίσιγκαν, η Ιλάν Ομάρ της Μινεσότα και ο Μαρκ Ποκν του Ουισκόνσιν, επειδή δεν ενδιαφέρθηκαν επαρκώς για την απομάκρυνση των Παλαιστινίων από την Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη, καθώς και στις ισραηλινές αεροπορικές επιθέσεις που προκάλεσαν εκατοντάδες νεκρούς στη Γάζα.
Όπως και τη δεκαετία του 1960, όταν πολλοί από τους πιο διορατικούς αξιωματούχους και τους πιστούς ακτιβιστές του Δημοκρατικού Κόμματος τα έσπασαν με τον Πρόεδρο Λίντον Τζόνσον για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, κάτι τέτοιο φαίνεται να διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή που οι δυναμικοί νέοι ακτιβιστές -και περισσότεροι από μερικούς από τους πρεσβυτέρους τους- προειδοποιούν ότι ο Πρόεδρος και οι ηγέτες του κόμματος πρέπει να ξυπνήσουν από το γεγονός ότι, όπως λέει η Μοχάμαντ, «από εδώ και πέρα, δεν θα επιτρέψουμε στους Δημοκρατικούς αξιωματούχους και τους υποψηφίους μας να σιωπήσουν για την Παλαιστίνη».
Οι υπογραφές στην επιστολή προς τον Μπάιντεν περιλαμβάνουν και αυτές δέκα μελών του επιτελείου του εθνικού προσωπικού της εκστρατείας του για το 2020 και οκτώ μελών του προσωπικού της Δημοκρατικής Εθνικής Επιτροπής κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα.
Όμως, οι περισσότεροι από τους υπογράφοντες εργάστηκαν στις πολιτείες όπου κέρδισε την Προεδρία ο Μπάιντεν -συμπεριλαμβανομένων των πέντε πολιτειών της πρώτης γραμμής της μάχης του Ουισκόνσιν, της Πενσυλβανίας, της Γεωργίας, του Μίσιγκαν και της Αριζόνα, οι οποίες έφυγαν από την επιρροή των Ρεπουμπλικανών το 2016 για να περάσουν στη Δημοκρατική πλευρά το 2020.
Η επιστολή συντάχθηκε από έναν συνασπισμό Παλαιστινίων Αμερικανών, Ισραηλινών Αμερικανών, Εβραίων και άλλων πρώην στελεχών που είναι σύμμαχοί τους, προσφέροντας μια εικόνα και ορισμένες αποχρώσεις για τη βία στη Μέση Ανατολή, εξηγώντας ότι:
«Τρομοκρατηθήκαμε από τις εικόνες των Παλαιστινίων πολιτών στη Γάζα που σκοτώθηκαν ή έμειναν άστεγοι από ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές. Είμαστε εξοργισμένοι από τις προσπάθειες του Ισραήλ να εκδιώξει βίαια και παράνομα τους Παλαιστινίους από το Σέιχ Τζάρα. Είμαστε σοκαρισμένοι από την καταστροφή από το Ισραήλ ενός κτηρίου που στεγάζει διεθνείς ειδησεογραφικούς οργανισμούς. Παραμένουμε τρομοκρατημένοι από τις αναφορές για ρουκέτες της Χαμάς που σκοτώνουν Ισραηλινούς αμάχους.
Ενώ οι Ισραηλινοί έπρεπε να περάσουν νύχτες κρυμμένοι στα καταφύγια για να προστατευθούν από τις ρουκέτες, οι Παλαιστίνιοι στη Λωρίδα της Γάζας δεν είχαν πουθενά να κρυφτούν. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε αυτήν την ανισορροπία δύναμης -ότι το εξαιρετικά προηγμένο στρατιωτικά Ισραήλ κατέλαβε τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ και απέκλεισε τη Λωρίδα της Γάζας δημιουργώντας μια υπαίθρια φυλακή άθλιας διαβίωσης.
Αν και δεν πρέπει ποτέ να μειώσουμε την απώλεια ανθρώπινων ζωών σε αριθμούς, οι Παλαιστίνιοι υπέστησαν εκατοντάδες θύματα αποδεικνύοντας τη δύναμη του Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων και την τάση του για δυσανάλογες αντιδράσεις.
Η παρατεταμένη άρνηση του Ισραήλ να εξετάσει την κατάπαυση του πυρός έβαλε επίσης τους Ισραηλινούς σε κίνδυνο, παρατείνοντας τη βία, τις ρίψεις των ρουκετών της Χαμάς και τις αεροπορικές επιθέσεις του Ισραήλ -έναν κύκλο που μπορεί να επαναληφθεί, αρκεί να αφήσουμε το status quo όπου οι Παλαιστίνιοι δεν θα έχουν ελευθερία και το Ισραήλ θα ελέγχει διαχρονικά τη ζωή τους».
* Ο Τζον Νίκολς είναι ανταποκριτής του The Nation και εξέδωσε πρόσφατα το βιβλίο «Η μάχη για την ψυχή του Δημοκρατικού Κόμματος: Η διαρκής αντιφασιστική, αντιρατσιστική πολιτική κληρονομιά του Χένρι Γουάλας», που εκδόθηκε από τον μεγαλύτερο ριζοσπαστικό αγγλόφωνο οίκο Verso Books. Το 2017 έγραψε το «Οι Καβαλάρηδες της Τραμπο-αποκάλυψης: Οδηγός για τους πιο επικίνδυνους ανθρώπους στην Αμερική», από τις εκδόσεις Nation Books. Μαζί με τον Ρόμπερτ ΜακΤσέσνεϊ συνέγραψαν το «Ο κόσμος να είναι έτοιμος: Αγώνας εναντίον της οικονομίας χωρίς εργασίας και της δημοκρατίας χωρίς πολίτες», που εκδόθηκε από τη Nation Books (2016). Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο The Nation στις 25 Μαΐου 2021