Το χειρότερο δυνατό εκλογικό σκηνικό -τις κάλπες που στήθηκαν χθες στη Βρετανία για την ανάδειξη νέων τοπικών αρχών- διαμόρφωσε για την παραπαίουσα, λόγω του αδιέξοδου στο Brexit, κυβέρνηση των Τόρις μια ακόμη πολιτική κρίση. Μια κρίση που αυτή τη φορά συνδέεται με τη διαρροή πληροφοριών από τη σύσκεψη του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας για τον ρόλο της κινεζικής εταιρείας Huawei στην εγκατάσταση νέου δικτύου 5G στη χώρα.
Το βράδυ της Τετάρτης η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι αναγκάστηκε να απομακρύνει εσπευσμένα από την κυβέρνηση τον υπουργό Άμυνας Γκάβιν Ουίλιαμσον, χωρίς ωστόσο η κίνησή της να κατευνάσει τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, που εξακολουθεί να ζητεί τη διενέργεια πλήρους έρευνας για την υπόθεση.
Το αίτημα υποστήριξε, παραδόξως, και ο ίδιος ο αποπεμφθείς υπουργός, ο οποίος υποστήριξε ότι η έρευνα θα αποδείκνυε την αθωότητά του. Ο Ουίλιαμσον δεν απέφυγε μάλιστα να στρέψει τα πυρά του κατά της κυβέρνησης σημειώνοντας σε ιδιωτικές συζητήσεις ότι η απομάκρυνσή του είχε "πολιτικά κίνητρα" και ότι παγιδεύτηκε από άλλα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Η κυβέρνηση έσπευσε πάντως να κηρύξει το θέμα λήξαν αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν προτίθεται να παραπέμψει την υπόθεση στη Δικαιοσύνη.
Το σκάνδαλο των διαρροών που αφορούν την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να επιτρέψει στην εταιρεία Huawei να συμμετάσχει στην ανάπτυξη του δικτύου 5G στο Ηνωμένο Βασίλειο κλονίζει τη βρετανική κυβέρνηση εδώ και περισσότερο από μία εβδομάδα.
Όλα ξεκίνησαν από δημοσίευμα της εφημερίδας “The Telegraph” που ανέφερε ότι η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να επιτρέψει στον όμιλο Huawei να συμμετάσχει στην ανάπτυξη του δικτύου 5G παρά τις έντονες αντιρρήσεις της Ουάσιγκτον, που θεωρεί ότι η εταιρεία διενεργεί συστηματικά βιομηχανική κατασκοπεία για λογαριασμό του Πεκίνου.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Huawei δεν επρόκειτο να εμπλακεί στον πυρήνα της ανάπτυξης του δικτύου, αλλά στην ανάπτυξη λιγότερο ευαίσθητων υποδομών, όπως οι κεραίες, και ότι η Τερέζα Μέι αποφάσισε τη συμμετοχή της εταιρείας παρά τις επιφυλάξεις πολλών σημαντικών υπουργών.
Η διαρροή, τη στιγμή που η κυβερνητική απόφαση επρόκειτο να ανακοινωθεί τον Ιούνιο, ανάγκασε τον γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου Μαρκ Σέντουιλ να απευθυνθεί γραπτώς προς τα πρόσωπα που ήσαν παρόντα στη συνεδρίαση για να τους θέσει το ερώτημα εάν ευθύνονται ή όχι.
Ήταν επόμενο η υπόθεση να συνδεθεί άμεσα με την κούρσα διαδοχής της Τερέζα Μέι. Ο υπουργός Εξωτερικών Τζέρεμι Χαντ, που θεωρείται ως ένα από τα φαβορί, ήταν ο πρώτος που αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη. Σύντομα τον μιμήθηκαν όλοι οι συνάδελφοί του, περιλαμβανομένου του Γκάβιν Ουίλιαμσον, ο οποίος, σημειωτέον, διορίστηκε υπουργός Άμυνας μόλις τον Νοέμβριο του 2017 αντικαθιστώντας τον Μάικλ Φάλον, ο οποίος απομακρύνθηκε εξαιτίας σκανδάλου σεξουαλικής παρενόχλησης.