Live τώρα    
Η Ευρώπη σήμερα: Γεωπολιτικές προκλήσεις
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Ευρώπη σήμερα: Γεωπολιτικές προκλήσεις

Του Σωτήρη Βαλντέν*

Η Ευρώπη δεν ήταν ποτέ απομονωμένη από τον γεωγραφικό της περίγυρο και τις παγκόσμιες εξελίξεις. Πολλώ μάλλον σήμερα. Οι κατακτήσεις και τα προβλήματά της, το ίδιο της το μέλλον, σχετίζονται άμεσα με την αλληλεπίδρασή της με το εξωτερικό της περιβάλλον. Στο κείμενο αυτό επιχειρείται μιαν επισκόπηση των γεωπολιτικών προκλήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη σκοπιά μιας δημοκρατικής Αριστεράς, καθώς βέβαια στον τομέα αυτό, όπως και παντού, οι πολιτικές έχουν πολιτικό πρόσημο.

Υπενθυμίζεται προκαταρκτικά πως η εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται ως επί το πλείστον με την ομοφωνία των κρατών - μελών. Συνεπώς συχνά οι θέσεις της αντανακλούν δύσκολους συμβιβασμούς ανάμεσα σε πολύ αντίθετες απόψεις. Η δημοκρατική Αριστερά θα πρέπει να στηρίζει μιαν ισχυρότερη διεθνή φωνή της Ένωσης και άρα, προοπτικά, την κατάργηση της ομοφωνίας. Ωστόσο, εδώ χρειάζεται προσοχή: η διαδικασία αυτή πρέπει να προχωρήσει παράλληλα με την ενίσχυση του δημοκρατικού ελέγχου στη διαμόρφωση και την υλοποίηση της εξωτερικής πολιτικής και μάλιστα να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τον ευρωπαϊκό δήμο, αλλά και τις θέσεις των επί μέρους κρατών - μελών. Η κοινή εξωτερική πολιτική δεν πρέπει απλώς να νομιμοποιεί τη λειτουργία ενός διευθυντηρίου μεγάλων κρατών - μελών.

Είναι προφανές πως η ισχύς και αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης είναι συνάρτηση πρώτα και κύρια της εσωτερικής της ευρωστίας. Μια Ευρώπη σε κρίση ούτε μπορεί να αρθρώνει και να υλοποιεί μια συνεκτική εξωτερική πολιτική, ούτε αξιόπιστη είναι ως διεθνής παίκτης.

Ένας ισχυρός διεθνής ρόλος της Ένωσης προϋποθέτει, κατά τη γνώμη μου, και μια ικανή κοινή αμυντική πολιτική. Πολύ περισσότερο τώρα που γίνεται φανερό πως οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνουν όλο και λιγότερο ευθύνες για την άμυνα της Ευρώπης. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να σημάνει στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής μας πολιτικής, ούτε άκριτη υιοθέτηση και “κοινοτικοποίηση” επεμβατικών πολιτικών ορισμένων κρατών - μελών σε πρώην αποικίες τους.

Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση, εφ’ όσον τελικά πραγματοποιηθεί, θα εξασθενίσει αισθητά το ειδικό βάρος της Ευρώπης στον κόσμο. Θα ανατρέψει δε και τις εσωτερικές της ισορροπίες, ενισχύοντας υπέρμετρα το βάρος της Γερμανίας. Από την άλλη πλευρά, είναι πιθανό να διευκολύνει μια ισχυρή και αυτόνομη ευρωπαϊκή εξωτερική και αμυντική πολιτική, καθώς το Λονδίνο ήταν πάντα αντίθετο σε κάθε ομοσπονδοποίηση της Ε.Ε. και σε κάθε αυτονομία της απέναντι στις ΗΠΑ.

Ας δούμε τώρα τη μεγάλη εικόνα, που συχνά συνοψίζεται με τη λέξη “παγκοσμιοποίηση”. Πρόκειται για ζητήματα που μπορούμε να διαχειριστούμε μόνο σε παγκόσμια κλίμακα. Την ειρήνη, το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή, την τεχνολογική πρόοδο, τη ραγδαία παραπέρα διεθνοποίηση της οικονομίας και συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, με επίκεντρο το χρηματιστικό κεφάλαιο, την ανισόμερη ανάπτυξη με την μετατόπιση του οικονομικού και εντέλει και του πολιτικού κέντρου βάρους του πλανήτη από τη Δύση και τον Ατλαντικό στην Ανατολή και τον Ειρηνικό. Ακόμη, τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών.

Αποτελεί κοινοτοπία η επισήμανση πως η παγκοσμιοποίηση εμπεριέχει θετικά και αρνητικά, δυνατότητες και κινδύνους για την ανθρωπότητα.

Σήμερα, στην παγκόσμια κοινότητα συγκρούονται, όλο και πιο έντονα, δύο μεγάλες τάσεις:

Από τη μια πλευρά, αυτή που βλέπει περισσότερο τις δυνατότητες που ανοίγει η παγκοσμιοποίηση, που θέλει κοινωνίες οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά ανοιχτές στον περίγυρό τους και τον κόσμο, που, για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων και περιφερειακών προκλήσεων, υποστηρίζει τη συνεργασία των κρατών στο πλαίσιο διεθνών και υπερεθνικών θεσμών και οργανισμών και του διεθνούς δικαίου.

Από την άλλη, η τάση που βλέπει φοβικά την παγκοσμιοποίηση, επιδιώκει την αναδίπλωση στα εθνικά κράτη, το κλείσιμο των συνόρων και το χτίσιμο πραγματικών και φαντασιακών τειχών, την αποδυνάμωση και κατάργηση κάθε διεθνούς τάξης, την επικράτηση του εθνικισμού και της ξενοφοβίας.

Στη μείζονα αυτή σύγκρουση, η ευρωπαϊκή Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι αποφασιστικά απέναντι στην παράταξη της εθνικής αναδίπλωσης και της διεθνούς αναρχίας. Γνωρίζει εξάλλου ότι η προνομιούχος θέση της Ευρώπης και της Δύσης στον κόσμο, προϊόν άλλων εποχών, αναπόφευκτα βαίνει προς το τέρμα της. Η παράταξη της αναδίπλωσης μόνο σε πολέμους, οικολογική καταστροφή και μισαλλοδοξία οδηγεί. Στο εσωτερικό της Ευρώπης, οι εκπρόσωποι αυτής της παράταξης, η Ακροδεξιά και οι εθνικιστές, αποτελούν τον κύριο εχθρό μας.

Η ευρωπαϊκή Αριστερά είναι με το πλευρό των ανοιχτών κοινωνιών, της παγκόσμιας διακυβέρνησης μέσω διεθνών θεσμών και κανόνων. Ωστόσο, αν σήμερα οι κατακτήσεις αυτές απειλούνται, αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις ακολουθούν δρόμους αδιέξοδους και επικίνδυνους, υπηρετούν κοντόφθαλμα τα στενά κρατικά και ταξικά τους συμφέροντα, αδιαφορούν ή υποτιμούν τις οδυνηρές επιπτώσεις πλευρών της παγκοσμιοποίησης στη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, στην επιβίωση του ίδιου του πλανήτη.

Η δημοκρατική Αριστερά θέλει την Ευρώπη ενεργό στη συλλογική αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων. Την θέλει υποστηρικτή των ανοιχτών κοινωνιών, της πάλης για την ειρήνη και για μια παγκόσμια δημοκρατική διακυβέρνηση. Ταυτόχρονα όμως, την θέλει πρωταγωνιστή στην πάλη για την αντιμετώπιση των απειλών που γεννά η παγκοσμιοποίηση και οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς: των αυξανόμενων εσωτερικών και διεθνών ανισοτήτων με την τεράστια συγκέντρωση ισχύος στα χέρια μιας ελάχιστης μειοψηφίας, της οικονομικής και κοινωνικής ανασφάλειας, της ισοπέδωσης των εθνικών ταυτοτήτων και ιδιαιτεροτήτων.

Για την ευρωπαϊκή Αριστερά, τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι ελευθερίες και η δημοκρατία αντιπροσωπεύουν οικουμενικές αξίες και αποτελεί κατάκτηση πως η Ευρώπη τις ενσωματώνει στο κοινωνικό της μοντέλο, ως αποτέλεσμα εξάλλου σκληρών λαϊκών αγώνων. Η Ευρώπη πρέπει να στηρίζει τις αξίες αυτές διεθνώς με τη δράση και το παράδειγμά της. Όμως γνωρίζουμε πως έχουν χρησιμοποιηθεί και ως πρόσχημα για την άσκηση ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Συχνά εργαλειοποιούνται επιλεκτικά για κάποια καθεστώτα, ενώ αγνοούνται κατάφωρα σε άλλα, ανάλογα με τα συμφέροντα των ισχυρών. Η Ευρώπη, έχοντας επίγνωση και του παρελθόντος της, δεν μπορεί να παίζει τον ρόλο του βίαιου σταυροφόρου των δικών της αξιών και τρόπου ζωής. Ένας τέτοιος ρόλος δεν ανήκει εξάλλου και σε κανέναν άλλον.

Ας δούμε τώρα τη στάση που, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να διεκδικεί για την Ευρώπη η δημοκρατική Αριστερά σε μερικά από τα παγκόσμια ζητήματα:

Προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και στήριξη του ΟΗΕ. Ως προς τον τελευταίο, στήριξη μεταρρυθμίσεων για να καταστεί πιο αποτελεσματικός, χωρίς περιορισμό της οικουμενικότητάς του. Συμμετοχή της Ε.Ε. σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις, πάντα υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.

Εμμονή στις συμφωνίες πυρηνικού αφοπλισμού και για τα πυρηνικά του Ιράν.

Στήριξη της συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και πιο ενεργό και πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλες τις διεθνείς πρωτοβουλίες για το περιβάλλον.

Απόρριψη του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο. Παράλληλα όμως, μεγαλύτερη προσοχή ώστε το ελεύθερο εμπόριο να μην μετατρέπεται σε όχημα υποβάθμισης της περιβαλλοντικής και κοινωνικής προστασίας των πολιτών και όξυνσης των διεθνών ανισοτήτων. Ειδικότερα, η Ευρώπη πρέπει να υπερασπίζεται σθεναρά το κοινωνικό της μοντέλο από την επιδρομή ενός διεθνούς καπιταλισμού τύπου Φαρ Ουέστ, καθώς συντηρητικές δυνάμεις χρησιμοποιούν το διεθνές εμπόριο ως Δούρειο Ίππο για την άλωση του κοινωνικού κράτους.

Προτεραιότητα στην ενίσχυση της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης, σε τομείς όπως ο έλεγχος των κινήσεων και η φορολογία του κεφαλαίου, οι φορολογικοί παράδεισοι, κ.λπ.

Πιο γενναιόδωρη αναπτυξιακή πολιτική προς τον αναπτυσσόμενο κόσμο και ιδιαίτερα προς την υποσαχάρια Αφρική που φαίνεται να έχει “ξεχαστεί” από τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης, αλλά όχι και από τη νεοαποικιακή εκμετάλλευση.

Διεθνής συνεργασία για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, με ταυτόχρονες πολιτικές που να αποσκοπούν στην εξάλειψη των αιτίων που την τρέφουν, αλλά και αποφυγή διολίσθησης σε λογικές “σύγκρουσης πολιτισμών”.

Η ατλαντική σχέση παραμένει κρίσιμη για την Ευρώπη, ανεξάρτητα από το πώς εμείς στην κομμουνιστογενή Αριστερά αξιολογούμε την ιστορία της. Έχει σημασία για την ασφάλειά μας, αλλά και επειδή με τις ΗΠΑ έχουμε στενούς πολιτικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς δεσμούς και παραδοσιακά πολλές κοινές αξίες. Από την άλλη πλευρά, το ΝΑΤΟ δεν θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει όχημα ενός νέου Ψυχρού Πολέμου κατά της Ρωσίας. Η παραπέρα επέκταση της Συμμαχίας προς ανατολάς μόνο έναν τέτοιο επικίνδυνο στόχο εξυπηρετεί.

Με τη νέα αμερικανική Διοίκηση, η ατλαντική σχέση έχει κλονιστεί βαθιά. Πρώτον γιατί δεν φαίνεται να μοιραζόμαστε πια τις ίδιες αξίες και προσεγγίσεις σε πολλούς τομείς της διεθνούς ζωής. Δεύτερον, επειδή η στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Ατλαντική Συμμαχία είναι πια τουλάχιστον διφορούμενη. Τρίτον, επειδή η Αμερικανική Διοίκηση είναι εχθρική προς την Ε.Ε., υποστηρίζει δε ανοιχτά τις ευρωσκεπτικιστικές και ακροδεξιές δυνάμεις ανά την Ευρώπη.

Οι πολιτικές της σημερινής αμερικανικής Διοίκησης αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, τη σοβαρότερη εξωτερική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Εφόσον οι πολιτικές αυτές συνεχιστούν, πράγμα όχι απίθανο, θα χρειαστεί να «ενηλικιωθούμε» σε όλους τους τομείς όπου εξαρτιόμαστε υπέρμετρα από τη Ουάσιγκτον, περιλαμβανομένης και της άμυνας. Και αυτό θα έχει κόστος. Εξάλλου, περισσότερο από ποτέ, επιβάλλεται να αντιμετωπίζουμε τις ΗΠΑ από κοινού, ως Ευρώπη, και να αποκρούσομε την προσπάθεια “διμεροποίησης” των διατλαντικών σχέσεων, όπου ο ισχυρός Αμερικανός εταίρος θα παίζει τη μία ευρωπαϊκή χώρα εναντίον της άλλης.

Η Κίνα αποτελεί μείζονα, πρώτιστα οικονομικό, εταίρο, αλλά και ανταγωνιστή, και ως τέτοιον πρέπει να την αντιμετωπίζουμε: στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας και των διεθνών θεσμών, υπερασπιζόμενοι το ευρωπαϊκό συμφέρον από αθέμιτες πρακτικές, αλλά χωρίς να παρασυρόμαστε από τρίτους σε αντικινεζικές σταυροφορίες που υποκρύπτουν την άρνηση να αποδεχτούμε την ανάδυση νέων κέντρων ισχύος στον κόσμο.

Πρώτη προτεραιότητα στην εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι βέβαια η γειτονιά της, νότια και ανατολική, καθώς και ο χώρος της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η νότια γειτονιά της Ευρώπης, η Μέση Ανατολή και η βόρεια Αφρική, είναι μια από τις πιο ταραγμένες και ασταθείς περιοχές του κόσμου. Συνδεόμαστε με μακρόχρονους οικονομικούς, πολιτικούς και πολιτιστικούς δεσμούς. Εξαρτιόμαστε σημαντικά από αυτήν για την ενέργειά μας. Εκατομμύρια άνθρωποι από τη βόρεια Αφρική ζουν και εργάζονται στην Ευρώπη.

Με όλα σχεδόν τα κράτη της περιοχής δεν έχουμε τις ίδιες αντιλήψεις για τη δημοκρατία, τις ελευθερίες, την ισότητα των φύλων. Η “Αραβική άνοιξη” διέψευσε προσδοκίες για προσέγγιση με μας στα ζητήματα αυτά, με μία ίσως εξαίρεση. Σήμερα, πολύ συχνά η επιλογή στις χώρες αυτές είναι ανάμεσα στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και αυταρχικές δικτατορίες.

Κατά τη γνώμη μου, μια προοδευτική ευρωπαϊκή πολιτική στην περιοχή θα θέτει ως πρώτο στόχο την ήττα του ισλαμικού φονταμενταλισμού, που αποτελεί απειλή για μας και για όλη τη διεθνή κοινότητα. Θα καταδικάζει, και μάλιστα όχι επιλεκτικά, τις αποκρουστικές πρακτικές αυταρχικών καθεστώτων. Ταυτόχρονα όμως, θα απορρίπτει την επιβολή της δημοκρατίας με στρατιωτικές επεμβάσεις. Η εμπειρία από πρόσφατες τέτοιες επεμβάσεις υπήρξε καταστροφική από ανθρωπιστική και πολιτική άποψη, ενώ αποκαλύφθηκε, πέρα από κάθε αμφιβολία, πως πίσω από την ηθική και δημοκρατική ρητορεία κρύβονται λιγότερο ευγενή συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων.

Η παραδοσιακή θέση της Ευρώπης υπέρ μιας λύσης του Παλαιστινιακού στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ για δύο κράτη με τα προ του 1967 σύνορα είναι, πιστεύω, ορθή. Όπως ορθή είναι και η κάθετη εναντίωση σε όσες δυνάμεις αμφισβητούν ακόμη την ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ. Πολύ περισσότερο συζητήσιμη είναι η μάλλον χαλαρή στάση της Ευρώπης απέναντι στις πολιτικές της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης και συγκεκριμένα τη συστηματική υπονόμευση κάθε λύσης με τον εποικισμό των κατεχομένων εδαφών, το ανθρωπιστικό έγκλημα που συντελείται επί χρόνια στη Γάζα, αλλά και την ακραία πολιτική της απέναντι στο Ιράν, που κινδυνεύει να μας παρασύρει σε παγκόσμια σύρραξη. Και είναι απαράδεκτο η κριτική προς τις πολιτικές αυτές να παρουσιάζεται ως αντισημιτισμός, προς τον οποίο κάθε αριστερός είναι ασυμβίβαστα απέναντι.

Όσον αφορά την ανατολική μας γειτονιά, ο “ελέφαντας στο δωμάτιο” είναι βέβαια η Ρωσία.

Η Ευρώπη και πολλώ μάλλον η ευρωπαϊκή Αριστερά δεν μπορούν παρά να αποδοκιμάζουν την προβληματική κατάσταση των ελευθεριών και της δημοκρατίας στη σημερινή Ρωσία, με την οποία υποτίθεται ότι μοιραζόμαστε κοινές αξίες στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ΟΑΣΕ. Καταδικάζουμε ασφαλώς και την κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου προσάρτηση της Κριμαίας, όπως και την απαράδεκτη στήριξη και χρηματοδότηση από μέρους της Μόσχας κάθε ακροδεξιάς, αντιευρωπαϊκής και εθνικιστικής δύναμης στην Ε.Ε. και τα Βαλκάνια.

Δεν νομίζω όμως πως η προσπάθεια ορισμένων δυνάμεων στις ΗΠΑ και την Ευρώπη να αναγορεύσουν τη Ρωσία σε μείζονα απειλή και η κήρυξη σταυροφορίας εναντίον της κατά τα πρότυπα του Ψυχρού Πολέμου είναι ορθή ή και παραγωγική. Η Ρωσία δεν είναι η αιτία των κρίσεων της Ευρώπης και της Δύσης, άλλο αν εκμεταλλεύεται τις κρίσεις αυτές. Η στάση της αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αντίδραση σε μια επιθετική στρατηγική ορισμένων Δυτικών κύκλων που αποσκοπούν στην παραπέρα συρρίκνωση της ισχύος και της επιρροής της. Και η αξιοπιστία της Ευρώπης πλήττεται όταν δείχνουμε δημοκρατική ευαισθησία για τη Ρωσία και πλήρη αναισθησία για όποιο γειτονικό της κράτος στρέφεται εναντίον της.

Για την Ευρώπη, η Ρωσία είναι ένας απαραίτητος στρατηγικός εταίρος, με τον οποίο πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους συνύπαρξης και συνεργασίας, αναγνωρίζοντας και το νόμιμο ενδιαφέρον του για τη δική του γειτονιά. Μόνο στο πλαίσιο αυτό μπορούμε να βρούμε λύσεις και για τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Ουκρανίας και άλλων κρατών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Και μόνο σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορούμε να ελπίζουμε στη δημοκρατική εξέλιξη της Ρωσίας. Ο δρόμος της κάθετης αντιπαράθεσης είναι αδιέξοδος και επικίνδυνος για την παγκόσμια ειρήνη.

Στα Βαλκάνια απομένουν πέντε κράτη και το Κόσοβο που, ενώ επιθυμούν την ένταξη στην Ε.Ε. και η τελευταία έχει δεσμευτεί να τα δεχτεί, δεν πληρούν ακόμη τους απαραίτητους όρους. Πρόκειται για χώρες με έντονα προβλήματα δημοκρατικής διακυβέρνησης και οικονομίας, οι περισσότερες και με πληγές από πρόσφατες αιματηρές συγκρούσεις που δεν έχουν ακόμη επουλωθεί. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μάλιστα στασιμότητα ή και οπισθοδρόμηση στην πορεία τους, με εξαίρεση τη Βόρεια Μακεδονία, στην οποία επήλθε μια σημαντική δημοκρατική αλλαγή, ενώ έλυσε και τις διαφορές της με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία.

Η Ε.Ε., όπως εξάλλου και οι ΗΠΑ, έχουν καταλήξει από καιρό πως η σταθερότητα στην πολυτάραχη αυτή περιοχή διασφαλίζεται μόνο με την πλήρη ενσωμάτωσή της στην Ευρώπη. Έχουν γι’ αυτό επενδύσει στην περιοχή σημαντικό πολιτικό και οικονομικό, ακόμη και στρατιωτικό, κεφάλαιο, όχι πάντα όμως με επιτυχία, όπως προκύπτει από τα συνεχιζόμενα αδιέξοδα γύρω από το Κόσοβο και την Βοσνία. Με τις πολλαπλές κρίσεις που διέρχεται η ΕΕ, η όρεξη για παραπέρα διευρύνσεις και μάλιστα με κράτη προβληματικά, έχει περιοριστεί αισθητά. Έτσι όμως η Ε.Ε. βρίσκεται σε μια αντίφαση. Χρησιμοποιεί την ένταξη ως κίνητρο για να πετύχει τις μεταρρυθμίσεις που επιθυμεί και μάλιστα για να αποκρούσει την επιρροή της Ρωσίας και άλλων τρίτων δυνάμεων, ταυτόχρονα όμως υπονομεύει την ίδια τη στρατηγική της, αφού δεν φαίνεται διατεθειμένη να εντάξει τις χώρες αυτές ούτως ή άλλως.

Κατά τη γνώμη μου, για τη δημοκρατική Αριστερά, θέση στην Ένωση έχουν όλα τα δημοκρατικά ευρωπαϊκά κράτη που το επιθυμούν και ουδείς έχει δικαίωμα να επιβάλλει αποκλεισμούς. Εξάλλου, η “μη τελειωμένη” δουλειά (unfinished business) στα Βαλκάνια αθροίζεται συνολικά σε λιγότερο από 20 εκατομμύρια κατοίκους, που δεν αποτελούν μείζονα πρόκληση για την Ευρώπη των 450 εκατομμυρίων. Πιστεύω πως η σημερινή διγλωσσία της Ε.Ε. προς τις χώρες αυτές θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια καθαρή δέσμευση για ένταξη στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, με παράλληλη διατύπωση σαφών, ολιγάριθμων και όχι προσχηματικών όρων για τη δημοκρατία και την επίλυση διακρατικών και εθνοτικών διαφορών, που θα πρέπει προηγουμένως να εκπληρωθούν. Διότι βέβαια δεν επιθυμούμε με τη διεύρυνση να ενισχύσουμε τις αντιδημοκρατικές δυνάμεις και την αστάθεια στην Ένωση.

Η Τουρκία αποτελεί σημαντικό οικονομικό και πολιτικό εταίρο της Ε.Ε. Η ιστορία και ο Ψυχρός Πόλεμος τής έχουν αναγνωρίσει μια θέση στην Ευρώπη και μάλιστα ως υποψήφια προς ένταξη. Όμως οι σχέσεις της Ευρώπης με την Τουρκία υπήρξαν πάντα δύσκολες και η ένταξή της στην Ε.Ε. είναι εξαιρετικά σύνθετο εγχείρημα. Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία αποκλίνει όλο και περισσότερο από τις ευρωπαϊκές αξίες και πολιτικές, ιδιαίτερα δε στον τομέα της δημοκρατίας και των ελευθεριών οπισθοδρομεί ραγδαία. Ανεπίλυτα παραμένουν εξάλλου και προβλήματά της με την Κύπρο και την Ελλάδα.

Η Ευρώπη χρειάζεται ομαλές και στενές σχέσεις με την Άγκυρα. Οι οικονομικοί μας δεσμοί, ο γεωπολιτικός της ρόλος, ιδιαίτερα στη Συρία και τη Μέση Ανατολή, αλλά και σε σχέση και με τη Ρωσία, ο ρόλος της στο μεταναστευτικό και στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης υπογραμμίζουν τη σημασία της. Ωστόσο, στις σημερινές συνθήκες, πρόοδος στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη δεν φαίνεται δυνατή, καθώς η πορεία αυτή προϋποθέτει πολύ περισσότερα από σχέσεις βασισμένες στο ρεαλισμό.

Οι μεγάλες διεθνείς μετακινήσεις πληθυσμών αποτελούν σημαντική πρόκληση για την Ευρώπη, κυρίως γιατί η μαζική εισροή προσφύγων και μεταναστών δοκιμάζει την κοινωνική συνοχή και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από την Ακροδεξιά. Η δημοκρατική Αριστερά στέκεται απέναντι στην ξενοφοβία, τους φράχτες και την οικοδόμηση ενός “φρουρίου Ευρώπη”. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να αποφεύγει τον πειρασμό της υποχώρησης στις πολιτικές και ιδεολογίες αυτές, πράγμα που συχνά δεν το κάνει επαρκώς.

Ταυτόχρονα, η Ευρώπη θα πρέπει να συμβάλει πιο ενεργά στην εξάλειψη των γενεσιουργών αιτίων των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών και προσφυγικών κυμάτων, δηλαδή των πολέμων και της υπανάπτυξης στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και αλλού. Και βέβαια θα πρέπει να ασχοληθεί πιο αποτελεσματικά με τη διαχείριση του τρέχοντος προβλήματος, αφιερώνοντας τους αντίστοιχους πόρους, με σεβασμό του διεθνούς και ανθρωπιστικού δικαίου και με τήρηση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Από την παραπάνω επισκόπηση προκύπτει πως η διεθνής παρουσία και δράση της Ευρώπης είναι συνολικά θετική, συγκρινόμενη μάλιστα με τους άλλους μεγάλους διεθνείς παίκτες. Μπορούμε άραγε να συμπεράνουμε πως στον τομέα αυτό δεν έχει σημασία η πολιτική κατεύθυνση της Ε.Ε.; Δεν το νομίζω.

Η κυριαρχία των συντηρητικών νεοφιλελεύθερων δυνάμεων στην Ευρώπη εξασθενεί την αντίδρασή της ή και την καθιστά συνεργό στην επικράτηση και επιτάχυνση σε παγκόσμια κλίμακα της ασυδοσίας των αγορών και του χρηματιστικού κεφαλαίου, της ακραίας συγκέντρωσης του πλούτου και της οικονομικής ισχύος. Ο νεοφιλελευθερισμός χρησιμοποιεί την παγκοσμιοποίηση για να αλώσει το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο.

Η άνοδος της Ακροδεξιάς και η επιταχυνόμενη ώσμωσή της με την Κεντροδεξιά στην Ευρώπη κινδυνεύει να αμβλύνει, αν όχι και να ακυρώσει, το μέτωπό μας ενάντια στην παγκόσμια μαύρη διεθνή που επιτίθεται σήμερα με μανία σε όλες τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες, τη διεθνή νομιμότητα και την ειρήνη.

Συνεπώς μια προοδευτική στροφή στη γενική κατεύθυνση της Ευρώπης θα έχει θετικές επιπτώσεις και στην εξωτερική της πολιτική: θα την βγάλει από τη σχετική παράλυση που την έχει οδηγήσει η υπαρξιακή της κρίση, θα ανακόψει την υπαναχώρηση από τις αξίες και τις πολιτικές της κάτω από την επίδραση της Ακροδεξιάς και θα την καταστήσει πιο ενεργή σε προοδευτική κατεύθυνση σε κρίσιμες πολιτικές όπως η ειρήνη, το περιβάλλον, η οικονομική διακυβέρνηση, η μετανάστευση και η δημοκρατία.

* Ο Σωτήρης Βαλντέν διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών, πρώην στέλεχος Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το κείμενο είναι από την ομιλία του στην εκδήλωση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0