Του Gideon Rachman
Το επώδυνο για τον Ντόναλντ Τραμπ διάταγμά του για την «απαγόρευση των μουσουλμάνων» διευκολύνει την απόρριψή της συνολικής ιδέας σαν μια εκτροπή που θα περάσει στην Ιστορία χάρις στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης και στο περί δικαίου αίσθημα του λαού. Αλλά αυτό θα αποτελούσε παρερμηνεία. Η απαγόρευση εισόδου σε μετανάστες και πρόσφυγες από επτά, κυρίως μουσουλμανικές, χώρες συντάχθηκε άτσαλα και εκτελέσθηκε βάναυσα. Ανταποκρινόταν, όμως, σε μια εχθρότητα για το Ισλάμ και μια δίψα για ασφάλεια και πολιτιστική ομοιογένεια που βρίσκει ευήκοα ώτα στον δυτικό κόσμο -όχι μόνο στην Άκρα Δεξιά.
Ακόμη κι αν αποσυρθεί ή τροποποιηθεί το διάταγμα Τραμπ, θα είναι πιθανώς μόνο η αρχή επανειλημμένων προσπαθειών -στις ΗΠΑ και την Ευρώπη- για τον περιορισμό της μετανάστευσης από τον μουσουλμανικό κόσμο προς τη Δύση.
Δεν θα έπρεπε να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για τη ριζοσπαστική σκέψη ορισμένων από τους βασικούς συμβούλους του κυρίου Τραμπ. Ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του προέδρου, ο Μάικλ Φλιν (σ.τ.μ.: εξαναγκάσθηκε χθες σε παραίτηση) και ο επικεφαλής της στρατηγικής του, ο Στιβ Μπάνον, πιστεύουν ότι πολεμούν για να σώσουν τον δυτικό πολιτισμό. Στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο “Το πεδίο της μάχης”, ο στρατηγός Φλιν επιμένει ότι «Βρισκόμαστε μέσα σε έναν παγκόσμιο πόλεμο εναντίον ενός μεσσιανικού μαζικού κινήματος κακών ανθρώπων, οι περισσότεροι από τους οποίους εμπνέονται από μια ολοκληρωτική ιδεολογία: το ριζοσπαστικό Ισλάμ». Ο κύριος Μπάνον έχει παρόμοιες απόψεις. Στη διάσημη, πλέον, συμβολή του σε σεμινάριο του Βατικανού το 2014, υποστήριξε ότι η Δύση βρίσκεται «στα αρχικά στάδια ενός παγκοσμίου πολέμου εναντίον του ισλαμικού φασισμού».
Το γεγονός ότι οι στενότεροι σύμβουλοι του κυρίου Τραμπ πιστεύουν πως δίνουν μάχη για να σώσουν τον δυτικό πολιτισμό είναι το κλειδί για την κατανόηση της κυβέρνησης Τραμπ. Βοηθά να αντιληφθούμε γιατί ο πρόεδρος, στην ομιλία μετά την ορκωμοσία του, υποσχέθηκε ότι θα υπερασπιστεί τον «πολιτισμένο κόσμο» -όχι τον «ελεύθερο κόσμο», τη φράση που θα χρησιμοποιούσαν φυσικά ένας Ρόναλντ Ρίγκαν ή ένας Τζον Φ. Κένεντι.
Αυτή η τάση να εκλαμβάνεται η Δύση με όρους πολιτισμικούς, ακόμη και ρατσιστικούς -και όχι ιδεολογικούς ή θεσμικούς- βοηθά να εξηγήσουμε τη συμπάθεια της ομάδας Τραμπ προς τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν και την εχθρότητα προς τη Γερμανία της Άνγκελα Μέρκελ. Όταν η Δύση θεωρείται συνώνυμο του «ιουδαιο-χριστιανικού πολιτισμού», ο κύριος Πούτιν μοιάζει περισσότερο φίλος παρά εχθρός. Η εγγύτητα του Ρώσου προέδρου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ο πολιτισμικός συντηρητισμός και η αποδεδειγμένη προθυμία του για άγριους πολέμους εναντίον των ισλαμιστών στην Τσετσενία και τη Συρία, τον τοποθετούν ως σύμμαχο. Αντίθετα, η προθυμία της κυρίας Μέρκελ να αποδεχθεί περισσότερους από ένα εκατομμύριο μουσουλμάνους πρόσφυγες στη Γερμανία, κάνει την Ακροδεξιά της Αμερικής να τη θεωρούν προδότρια του δυτικού πολιτισμού. Ο πρόεδρος Τραμπ έχει χαρακτηρίσει την προσφυγική πολιτική της Γερμανίδας καγκελαρίου ως «καταστροφικό» λάθος.
Μέσω της ειδησεογραφικής υπηρεσίας του, το Breitbard, ο κύριος Μπάνον συνήψε στενούς δεσμούς με την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά, η οποία μοιράζεται την εχθρότητά του προς το Ισλάμ και τη μετανάστευση. Η πεποίθηση ότι η Δύση έχει εμπλακεί σε έναν θανάσιμο αγώνα με το ριζοσπαστικό Ισλάμ απηχεί τις θέσεις της Μαρίν Λεπέν, αρχηγού του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας, η οποία υποστήριξε ότι «η Ουάσινγκτον, το Παρίσι και η Μόσχα πρέπει να σχηματίσουν μια στρατηγική συμμαχία εναντίον του ισλαμικού φονταμενταλισμού.... Ας σταματήσουμε τους καυγάδες και τις ανώφελες πολεμικές. Το μέγεθος της απειλής μάς αναγκάζει να κινηθούμε γρήγορα, μαζί».
Αυτές οι απόψεις δεν περιορίζονται στα πολιτικά άκρα της Γαλλίας. Ο Φρανσουά Φιγιόν, υποψήφιος της Κεντροδεξιάς στις προεδρικές εκλογές, πρόσφατα εξέδωσε βιβλίο με τίτλο «Κατακτήστε τον ισλαμικό ολοκληρωτισμό», το οποίο περιλαμβάνει μια διακήρυξη παρόμοια με εκείνη του Φλιν ότι «βρισκόμαστε με πόλεμο μ’ έναν αντίπαλο ο οποίος δεν γνωρίζει ούτε αδυναμίες, ούτε ανακωχή». Ο Πιέρ Λελούς, πρώην υπουργός ευρωπαϊκών υποθέσεων της Γαλλίας, επίσης εξέδωσε πρόσφατα βιβλίο με τίτλο «Πόλεμος δίχως τέλος», όπου υποστηρίζει ότι ο ισλαμισμός είναι το αντίστοιχο του ναζισμού στον 21ο αιώνα.
Ακροδεξιά κόμματα με «τραμπική» αντίληψη για το Ισλάμ γνωρίζουν επίσης άνοδο στην Ολλανδία και τη Γερμανία. Το Κόμμα της Ελευθερίας, υπό την ηγεσία του Γκέερτ Βίλντερς, αναμένεται ότι θα καταλάβει την πρώτη θέση στις ολλανδικές εκλογές του επόμενου μήνα, αν και δεν θεωρείται πιθανό ότι θα μπει στην κυβέρνηση. Στη Γερμανία, το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία έχει σημειώσει μεγάλη άνοδο ως συνέπεια της προσφυγικής κρίσης και είναι πιθανό ότι θα γίνει το πρώτο ακροδεξιό κόμμα που θα μπει στο κοινοβούλιο της χώρας από το 1945. Ορισμένοι στη βρετανική κυβέρνηση πιστεύουν πως η εχθρότητα προς τη μετανάστευση από τον ισλαμικό κόσμο -παρά η Ευρώπη- βρίσκεται πίσω από τη δυσαρέσκεια η οποία οδήγησε πέρυσι στην ψήφο υπέρ του Brexit.
Η συμπάθεια για την άποψη που έχουν οι Μπάνον, Φλιν και Τραμπ για το Ισλάμ ξεπερνά τα όρια των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Η πεποίθηση ότι οι χώρες τους αντιμετωπίζουν πρωταρχική απειλή από το ριζοσπαστικό Ισλάμ αποτελεί την κινητήρια δύναμη της Ακροδεξιάς στην πολιτική ζωή της Ινδίας και του Ισραήλ.
Ακόμη κι αν ο κύριος Τραμπ χάσει τη μάχη στο διάταγμα για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, πιθανώς θα επανέλθει με επιπλέον μέτρα. Και αυτό γιατί οι στενότεροι σύμβουλοί του και πολλοί από τους φανατικότερους οπαδούς του θα συνεχίσουν να εμφορούνται από μια μεγάλη υποψία για το Ισλάμ και από αποφασιστικότητα να σταματήσουν τη μετανάστευση των μουσουλμάνων.
Είναι σχεδόν αναπόφευκτες, επίσης, νέες επιθέσεις τζιχαντιστών τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη που θα τροφοδοτήσουν αυτόν το φόβο και την εχθρότητα. Εν τω μεταξύ, οι μακροπρόθεσμες δημογραφικές τάσεις που προκαλούν πίεση για μετανάστευση από μουσουλμανικές χώρες προς τις ΗΠΑ και την Ευρώπη θα αυξηθούν τα προσεχή χρόνια. Ο πληθυσμός της φτωχής, κυρίως μουσουλμανικής, βόρειας Αφρικής, είναι πολύ νεότερης ηλικίας από εκείνον της Ευρώπης, και αυξάνεται γρήγορα.
Η πολεμική για την «απαγόρευση των μουσουλμάνων» από τον κύριο Τραμπ δεν θα είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Αντίθετα, αποτελεί την πρόγευση για το μέλλον της πολιτικής στη Δύση.