Στο δίλημμα «Λεπέν ή Φιγιόν» το «αυτονόητο» της απάντησης υπέρ του Φιγιόν έχει πίσω του μια προεργασία: την αντίληψη που υποστηρίζει τη φθίνουσα πρόοδο των πολιτικών απαιτήσεων στο όνομα της διαρκούς προσαρμογής στο «εφικτό»• η οποία αύριο θα προτείνει το «ναι στη Λεπέν» προκειμένου να αποκρουστεί ένας ακροδεξιός συμμοριτισμός τύπου Χ.Α.
Το ζήτημα είναι αν θα αποφασίσουμε να ανοίξουμε την πόρτα για να ανανεωθεί η προσδοκία του ιστορικού εγχειρήματος της ενοποίησης της Ευρώπης. Ή αν θα περιμένουμε το οριστικό του τέλος με τη φιλοδοξία να επιλέξουμε το χρώμα της σημαίας με την οποία θα τυλίξουμε το πτώμα
Η πολύ σοβαρή πιθανότητα να κριθεί το αποτέλεσμα των γαλλικών προεδρικών εκλογών τον Μάιο του 2017 από την αναμέτρηση μεταξύ Φιγιόν και Λεπέν πυροδοτεί από τώρα προβληματισμούς και συζητήσεις ευρύτερου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, ανεξάρτητα από την έκβαση. Οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στα εθνικά της όρια• η Γαλλία υπήρξε πάντα καταγραφέας και προάγγελος κραδασμών και τάσεων που αφορούν όλη την Ευρώπη.
Δεξιά λοιπόν εναντίον Ακροδεξιάς. Με τον απερχόμενο σοσιαλιστή πρόεδρο στα όρια της πλήρους πολιτικής απαξίωσης και το κόμμα του να συζητά υποψηφιότητες όπως αυτή του Εμανουέλ Βαλς (που θα του ανανεώσουν στο casting τον ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας)• και την πέραν αυτού Αριστερά να αγωνίζεται για τον συνήθη στόχο της αξιοπρεπούς εκλογικής καταγραφής με υποψηφιότητες όπως αυτή του Μελανσόν, αμφίσημου ιδεολογικού και προγραμματικού προφίλ ως προς το ζήτημα του εθνοκεντρισμού.
Τελικά λοιπόν «Φιγιόν ή Λεπέν;». Πολιτικός εξαναγκασμός με τη μορφή ενός ερωτήματος στερημένου σε μεγάλο βαθμό από ένα πολιτικό νόημα που να αφορά το δυσβάσταχτο παρόν και το δυσοίωνο μέλλον των Γάλλων και των Ευρωπαίων πολιτών. Ερώτημα που -χρησιμοποιώντας μια δική μας πολιτική μεταφορά- δεν εκφράζει καν ένα αντιπαραθετικό ζεύγος του τύπου «Πλαστήρας / Παπάγος», αλλά τη χειραγώγηση του διλήμματος «Παπάγος / Παπάγος».
Το εκβιαστικό δίλημμα
Η απάντηση στο «δίλημμα», που προς το παρόν κυοφορείται αιδημόνως και προτείνεται ανοιχτά μόνο από τη φιλελεύθερη πρωτοπορία του «ευρωπαϊσμού», θα μορφοποιηθεί, και εις τα καθ’ ημάς, σ’ ένα επεξεργασμένο αφήγημα -το αφήγημα ενός αυτονόητου «ναι στον Φιγιόν».
Όσοι το αμφισβητήσουν θα καταγγελθούν, το λιγότερο, για πολιτική τύφλωση. Άλλωστε το «αυτονόητο» της απάντησης έχει πίσω του μια προεργασία: την αντίληψη που υποστηρίζει τη φθίνουσα πρόοδο των πολιτικών απαιτήσεων στο όνομα της διαρκούς προσαρμογής στο «εφικτό»• η οποία αύριο θα προτείνει το «ναι στη Λεπέν» προκειμένου να αποκρουστεί ένας ακροδεξιός συμμοριτισμός τύπου Χ.Α.
Το αφήγημα θα υποστηριχθεί πολυσυλλεκτικά: ως επιλογή άμυνας απέναντι στην περισσότερο αυθεντική εκδοχή της Ακροδεξιάς• με την υπόμνηση ότι ο κοινωνικά ρατσιστικός και ξενοφοβικός λόγος του Φιγιόν είναι «ηπιότερος»• με την αποσιώπηση του σκληρού νεοφιλελευθερισμού του• με την κατασκευή αυθαίρετων ιστορικών αναλογιών.
Όμως, επειδή η θεωρία του μικρότερου κακού δεν δημιουργεί ισχυρές ταυτίσεις, θα επιστρατευθούν και οι «θετικές» όψεις της επιλογής. Όπως για παράδειγμα οι εξαγγελίες του για τη μείωση του «σπάταλου κράτους» (με την απόλυση μισού εκατομμυρίου υπαλλήλων του δημόσιου τομέα), που δονούν τις ευαίσθητες χορδές των, ευρέος φάσματος, αντικρατιστών. Και αυτές για τη μείωση των μισθών και των κοινωνικών δικαιωμάτων με ταυτόχρονη αύξηση των ωρών εργασίας, μοτίβα ιδιαίτερα ελκυστικά για τους ζηλωτές του φιλελεύθερου «εκσυγχρονισμού».
Σε πρώτο πλάνο, ως ισχυρό επιχείρημα, θα προβληθεί ο ευρωπαϊσμός του Φιγιόν (τον οποίο έσπευσε να εκθειάσει ο Σόιμπλε). Μόνο που εδώ οι αντιφάσεις είναι έκδηλες, οι θέσεις του Φιγιόν αναδίδουν έντονη οσμή τραμπισμού. Και ιδού ο ευρωπαϊσμός του Φιγιόν με τα δικά του λόγια:
«(...) Θα κάνω δημοψήφισμα για να δώσω τέλος στον διοικητικό φεντεραλισμό [της Ε.Ε.]». «Άκουσα τους Βρετανούς, που είναι υπερήφανοι για την εθνική τους καταγωγή, να φοβούνται πως θα χάσουν τον έλεγχο της μοίρας τους. Προτείνω να ακολουθήσουμε τους Βρετανούς λέξη προς λέξη». «Η Κομισιόν δεν θα έπρεπε να έχει άλλο ρόλο από τη χάραξη ενός ‘στρατηγικού [οικονομικού] σχεδιασμού’ (sic). Όλα τα υπόλοιπα πρέπει να επιστρέψουν στην αποκλειστική εξουσία των εθνικών κρατών. (...) Η εντολή πρέπει να περάσει στο έθνος -να ελεγχθούν οι μεταναστευτικές ροές και να υπάρξει κοινή πολιτική ασφάλειας για την Ε.Ε. (...)».
Χαρμάνι θατσερισμού και εθνολαϊκισμού
Θα μπορούσε να εκληφθεί ως το υπερήφανο μανιφέστο υπέρ της ανάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας των Γάλλων από την «κατοχή» των Βρυξελλών, αν παραβλέπαμε την οργανική συνάρθρωση των κυρίαρχων τάξεων της Γαλλίας στο μέτωπο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού• αν ξεχνούσαμε την προσήλωση της γαλλικής Δεξιάς στο νεοφιλελεύθερο οικονομικο-πολιτικό Πρόγραμμα. Στην ενότητά του, ο λόγος του Φιγιόν είναι ένα χαρμάνι θατσερισμού α λα γαλλικά και εθνολαϊκισμού, μια παραλλαγή της ρητορικής της Λεπέν.
Η εκλογή Τραμπ, το δίλημμα «Φιγιόν ή Λεπέν» και οι τάσεις ρυμούλκησης ενός μέρους της Αριστεράς από την κοινή τους ατζέντα στο όνομα μιας ψευδούς αντιπαγκοσμιοποίησης, η αντιπαράθεση στον μεταδημοκρατικό αυταρχισμό του Ρέντζι μ’ ένα «όχι» που ομογενοποιεί τον Γκρίλο και την ακροδεξιά Λέγκα του Βορρά με τον κόσμο της ιταλικής Αριστεράς, η αγκαλιά της Μέρκελ ως καταφύγιο από τον τρόμο ενός σκοτεινότερου μέλλοντος επιτείνουν και μαρτυρούν μια απίστευτη, παραλυτική σύγχυση, που διαλύει την πολιτική ως χώρο στοιχειώδους ορθολογισμού.
Το «ναι στον Φιγιόν» υποβαθμίζει και ακυρώνει προκαταβολικά κάθε αναζήτηση εναλλακτικής λύσης μέχρι τον Μάιο του 2017. Με μια προγραμματική συμφωνία της γαλλικής Αριστεράς κάθε προσδιορισμού, που θα απαντά ταυτόχρονα στην επί της ουσίας ομόλογη πολιτική επαγγελία του διδύμου και που θα εκφραστεί με μια κοινή, ισχυρή υποψηφιότητα. Που θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα για την αφύπνιση και την κινητοποίηση των λαϊκών τάξεων και των δημοκρατικών πολιτών, για μια αντινεοφιλελεύθερη - δημοκρατική διέξοδο, ως πανευρωπαϊκό παράδειγμα. Που θα απευθυνθεί ακόμα και στον κόσμο της αστικής common decency που απεχθάνεται τον ακροδεξιό ζόφο και τον αγοραίο οικονομισμό.
Τετριμμένα και παλιομοδίτικα όλα αυτά ίσως. Ανέφικτες ουτοπίες στη θέση του ρεαλισμού. Όμως η Ευρώπη αργοπεθαίνει μέσα στο κλουβί της λιτότητας, του πολιτικού αυταρχισμού, της εμμονής στην καπιταλιστική μεγέθυνση, των πολιτισμικών στερεοτύπων από τη χαρτοσακούλα του βουλιμικού καταναλωτισμού. Το ξέρουμε. Το ζήτημα είναι αν θα αποφασίσουμε να ανοίξουμε την πόρτα για να ανανεωθεί η προσδοκία του ιστορικού εγχειρήματος της ενοποίησής της. Ή αν θα περιμένουμε το οριστικό του τέλος με τη φιλοδοξία να επιλέξουμε το χρώμα της σημαίας με την οποία θα τυλίξουμε το πτώμα.