Είναι το σύμφωνο σταθερότητας, ηλίθιοι! Ένας νόμος της φύσης που μπορεί να ανασταίνει ακόμη και πρωθυπουργούς που παραιτήθηκαν, αρκεί μόνο στη δεύτερη ζωή τους να ψηφίζουν τον ορθό κατά τας γραφάς των Βρυξελλών προϋπολογισμό!
Ο υπουργός Οικονομικών Παντοάν αναμένεται να αναλάβει τη σκυτάλη από τον Ρέντζι, ενώ ακούγεται και το όνομα του προέδρου της Γερουσίας Γκράσο και δύο στενών συνεργατών του Ρέντζι. Το σίγουρο είναι ότι μετά τις κυβερνήσεις Μόντι, Λέτα και Ρέντζι η Ιταλία θα έχει έναν τέταρτο πρωθυπουργό που δεν θα έχει εκλεγεί από τις κάλπες, οδηγώντας τον αυτάρεσκο Μπερλουσκόνι να δηλώνει πως είναι «ο τελευταίος πρωθυπουργός που εκλέχθηκε από τον λαό».
Ο εκλογικός νόμος
Ο κυρίαρχος λαός αναμένεται να εκλέξει κυβέρνηση όταν οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνήσουν και ψηφίσουν ένα νέο εκλογικό νόμο. H ρατσιστική Λέγκα του Βορρά, οι κρυπτοφασίστες Αδελφοί της Ιταλίας και οι λαϊκιστές του Γκρίλο αρνούνται να συζητήσουν με τον Ρέντζι την ψήφιση ενός νέου εκλογικού νόμου, αλλά ζητούν την άμεση προσφυγή στις κάλπες.
Αντίθετα ο Μπερλουσκόνι, απορρίπτοντας την υπόθεση μιας νέας κυβέρνησης Ρέντζι, φαίνεται διατεθειμένος να συζητήσει τον νέο εκλογικό νόμο ανακαλύπτοντας ότι είναι λάτρης της... αναλογικής, που θα προσφέρει στη Δεξιά τη δυνατότητα να προχωρήσει μετεκλογικά σε μια «οικουμενική» συνεργασία με το Δημοκρατικό Κόμμα.
Στο τραπέζι για τη συζήτηση του εκλογικού νόμου διατίθεται να συμμετάσχει και η Ιταλική Αριστερά. To πρόβλημα είναι ποιος μπορεί να περιμένει μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου που το δικαστήριο θα αποφασίσει για τον εκλογικό νόμο, λύνοντας το ίδιο τον γόρδιο δεσμό, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητάει ήδη συμπληρωματικό προϋπολογισμό!
Παραιτούμαι για να επανέλθω
Μετά από μια τουλάχιστον ώρα «άτυπης συνάντησης» με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα ο Ματέο Ρέντζι μάλλον θα συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του πρωθυπουργού μέχρι να ψηφιστεί ο προϋπολογισμός για το 2017.
Η υψηλή συμμετοχή στο δημοψήφισμα "αποτελεί τη μαρτυρία ότι η δημοκρατία είναι παγιωμένη σε μια χώρα με πάθος, που είναι ικανή να διασφαλίζει την ενεργό συμμετοχή» τόνισε σε ανακοίνωσή του ο Ματαρέλα προειδοποιώντας ότι «υπάρχουν απέναντί μας δεσμεύσεις και προθεσμίες που οι θεσμοί θα πρέπει να διασφαλίσουν σε κάθε περίπτωση τον σεβασμό τους εξασφαλίζοντας επαρκή απάντηση στο ύψος των προβλημάτων της στιγμής».
Μετά από αυτή τη λιτή σύνθεση της «επόμενης μέρας» από το δημοψήφισμα ο Ρέντζι επέστρεψε στην έδρα της κυβέρνησης για να συγκαλέσει το υπουργικό συμβούλιο, να παρουσιάσει την επίσημη παραίτησή του και να ευχαριστήσει τους συνεργάτες του πριν αναχωρήσει εκ νέου για μια νέα επίσημη αυτή τη φορά συνάντηση με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το ιταλικό κοινοβούλιο σχεδιάζει να επιταχύνει τις διαδικασίες ψήφισης του προϋπολογισμού, ελπίζοντας να ολοκληρωθεί σε 3-4 ημέρες, αλλά η «διορία» για την παραίτηση του Ρέντζι μπορεί να διαρκέσει έως και τρεις εβδομάδες.
Η διάψευση για αποχώρηση του Ρέντζι από την πολιτική και μια ουσιαστική παραδοχή της ήττας του έφθασε από το Facebook και μάλιστα από τον ίδιο τον παραιτηθέντα πρωθυπουργό, που ανάρτησε βίντεο με τις χίλιες και μία νύχτες της διακυβέρνησής του. Μέσα σε πεντέμισι λεπτά στο βίντεο «Ματέο Ρέντζι: 1.000 ημέρες» φαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεσή του να παραμείνει στην ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος και να διεκδικήσει την εκλογή του στην πρωθυπουργία διά μέσου της... κάλπης.
Η σημερινή συνεδρίαση της διεύθυνσης του Δημοκρατικού Κόμματος, εάν δεν μετατεθεί, θα δείξει τις προθέσεις του και κυρίως τις διαθέσεις του εναντίον της «αριστερής» μειοψηφίας, που αναμένεται να ζητήσει συγκεκριμένη ημερομηνία για το επόμενο συνέδριο απαιτώντας να πραγματοποιηθεί τον... Ιανουάριο, προφανώς για να μην προφτάσει να συνέλθει ο Ρέντζι από την ήττα της Κυριακής. Συνεργάτες πάντως του Ρέντζι αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο παραίτησής του και από την ηγεσία του κόμματος με μόνο στόχο να του ζητηθεί να παραμείνει.
Ο πρώην κεντροαριστερός πρωθυπουργός Ντ’ Αλέμα επανέλαβε ότι η νίκη του «όχι» έσωσε το Δημοκρατικό Κόμμα από τη διάλυση καταγγέλλοντας παράλληλα ότι είναι «ανεύθυνος» όποιος ζητά εκλογές και ότι το τμήμα του Δημοκρατικού Κόμματος που στήριξε το «όχι» δεν είχε ζητήσει ποτέ την παραίτηση του Ρέντζι.
Θα κάνουμε συνέδριο και θα αποφασίσουμε τη νέα ηγεσία, δήλωσε ο πρώην ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος καθιστώντας σαφές ότι η κρίση του Ρέντζι και του ρεντζισμού θα αποτελέσει εσωτερικό πρόβλημα του Δημοκρατικού Κόμματος, χωρίς αποχωρήσεις και τη δημιουργία ενός νέου κεντροαριστερού κόμματος.
Αναβάπτιση Δημοκρατίας στις κάλπες
Η Ιταλία οδηγήθηκε σε μια αναβάπτιση της Δημοκρατίας με τους πολίτες να επιστρέφουν στην πολιτική για να υπερασπιστούν ένα από τα δημοκρατικότερα συντάγματα στον κόσμο, καρπό της Αντίστασης και του αντιφασιστικού αγώνα, που για την JP Morgan προσέφερε πολλές εγγυήσεις στα εργασιακά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα.
Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η προεκλογική εκστρατεία και τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος έδειξαν ότι οι ιδέες και οι αξίες της Αριστεράς είναι ηγεμονικές στην ιταλική κοινωνία, παρόλες τις αδυναμίες της πολιτικής Αριστεράς. Ο Μπερλουσκόνι, ο Σαλβίνι, ο Γκρίλο και ακόμη και οι φασιστοειδείς ομάδες που ψήφισαν «όχι» αναγκάστηκαν να υπερασπιστούν ένα σύνταγμα που θέλουν να καταργήσουν.
H Ιταλία έχει πληθυσμό 65,14 εκατομμυρίων κατοίκων με δυνατό εκλογικό σώμα 50,7 εκατομμυρίων πολιτών. Στο δημοψήφισμα της Κυριακής υπέρ του «όχι» ψήφισαν 19,4 εκατομμύρια ψηφοφόροι ή το 59,11%, ενώ υπέρ του «ναι» ψήφισαν 13,4 εκατομμύρια ψηφοφόροι. Η συμμετοχή έφθασε στο ρεκόρ του 66,8% προκαλώντας από μόνη της έναν πολιτικό σεισμό.
Στην Μπολόνια και τη Φλωρεντία, τους δύο μόνο νομούς που κέρδισε το «ναι» (μαζί με την αυτόνομη περιοχή Αλτο Άντιτζε) η συμμετοχή έφθασε αντιστοίχως στο 76,1% και στο 77,2%. Στην Μπολόνια το «ναι» κέρδισε με 52,2% και στην πόλη του Ρέντζι, Φλωρεντία, με 56,3%.
Ακόμη και στην καρδιά της πρώην «κόκκινης» Ιταλίας οι προοδευτικοί, δημοκρατικοί και αριστεροί πολίτες, που είχαν γυρίσει την πλάτη στο πολιτικό σύστημα και κυρίως στο Δημοκρατικό Κόμμα, επέστρεψαν στις κάλπες επιλέγοντας το «ναι» μόνο και μόνο από τον φόβο ότι η νίκη του «όχι» θα αποτελούσε μια νίκη του Μπερλουσκόνι, του Σαλβίνι και του λαϊκιστή Γκρίλο.
Στη Ρώμη η συμμετοχή έφθασε το 69,8% με το «όχι» να φθάνει στο 59,4%, στο Τορίνο η συμμετοχή έφθασε στο 71,5% και το «όχι» στο 53,6%, στη Νάπολη η συμμετοχή έφθασε στο 53,9% και το «όχι» στο 68,3%, στο Μπάρι στο 63,2% με το «όχι» στο 68,3% αντιστοίχως.