Η πρόβλεψη ότι η Χίλαρι Κλίντον, εφόσον εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ, θα προκαλέσει με την πολιτική της στη Συρία τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο ενδεχομένως να θορυβούσε περισσότερο αν γινόταν από οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, ακόμη και ένα σταματημένο ρολόι δείχνει τη σωστή ώρα δύο φορές το 24ωρο.
Στις τηλεοπτικές αναμετρήσεις της με τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών, η πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ εμφανίστηκε σαφώς πιο επιθετική από τον αντίπαλό της σε ό,τι αφορά το Συριακό, παίρνοντας αποστάσεις ακόμη και από τη σημερινή πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα με την επιμονή της για τη δημιουργία “ζώνης απαγόρευσης πτήσεων” πάνω από τη χώρα. “Θα σώσει ζωές και θα φέρει πιο κοντά το τέλος της σύγκρουσης” δήλωσε χαρακτηριστικά στο τελευταίο ντιμπέιτ.
Για να σώσεις, όμως, ζωές πρέπει και να θυσιάσεις μερικές. Στα κείμενα των ομιλιών της που διέρρευσαν πρόσφατα από τον ιστότοπο Wikileaks, η Κλίντον εμφανιζόταν αποφασισμένη να πληρώσει και το αναγκαίο “τίμημα”, να σκοτώσει δηλαδή μερικές χιλιάδες Σύρους αμάχους, όπως αυτούς που η ζώνη απαγόρευσης πτήσεων υποτίθεται ότι έχει σκοπό να προστατεύσει.
“Για να έχεις μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, θα πρέπει να εξουδετερώσεις την αντιαεροπορική άμυνα, που σε πολλές περιπτώσεις εντοπίζεται σε κατοικημένες περιοχές. Επομένως, οι πύραυλοί μας, ακόμη κι αν εκτοξεύονται από μακριά προκειμένου οι πιλότοι μας να μην τίθενται σε κίνδυνο, θα σκοτώσουν πολλούς Σύρους” ανέφερε στη διάρκεια μίας από τις “ιδιωτικές ομιλίες” που έδωσε το 2013 σε εκδήλωση ενός από τους βασικούς χορηγούς της, της τράπεζας Goldman Sachs.
Αν κάτι εκπλήσσει, δεν είναι τόσο ο κυνισμός και η αδιαφορία της Κλίντον για τις ζωές των αμάχων που συγκαταλέγονται στη λάθος παράταξη. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η υποψήφια των Δημοκρατικών επιμένει στην άποψή της παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του αμερικανικού Πενταγώνου ότι εγκαθίδρυση ζώνης απαγόρευσης πτήσεων από την Ουάσιγκτον θα οδηγούσε σε στρατιωτική αναμέτρηση με τη Ρωσία.
Τον περασμένο μήνα, μάλιστα, και μιλώντας σε επιτροπή της Γερουσίας, ο αρχηγός του αμερικανικού γενικού επιτελείου, στρατηγός Τζόζεφ Ντάνφορντ απηύθυνε τη σαφέστερη μέχρι τώρα προειδοποίηση: “Αυτή τη στιγμή, το να θέσουμε υπό τον έλεγχό μας τον εναέριο χώρο της Συρίας θα απαιτούσε να πάμε σε πόλεμο τόσο απέναντι στη Συρία όσο και τη Ρωσία” δήλωσε χωρίς περιστροφές.
Ανάλογες προειδοποιήσεις δεν φαίνονται, όμως, ικανές να μεταπείσουν την Κλίντον και τα υπόλοιπα γεράκια του Πενταγώνου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που επιμένουν στην κλιμάκωση της αμερικανικής εμπλοκής στη συριακή κρίση. Όπως αποκαλύπτει δημοσίευμα της εφημερίδας “Washington Post”, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ συνεδρίασε προσφάτως αναζητώντας τρόπους ώστε το Χαλέπι να παραμείνει υπό τον έλεγχο των ανταρτών. Ένας από τους αυτούς τους τρόπους ήταν και ο εξοπλισμός των ανταρτών με αντιεροπορικά όπλα που θα μπορούσαν να καταρρίψουν συριακά και ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη.
Είναι γνωστό -και το δημοσίευμα της “Washington Post” το υπενθυμίζει- ότι εδώ και τρία χρόνια η CIA εξοπλίζει και εκπαιδεύει Σύρους αντάρτες σε βάσεις της Τουρκίας και της Ιορδανίας. Το μέχρι τώρα σχέδιο προέβλεπε, ωστόσο, ότι οι αντάρτες δεν θα έπρεπε να εφοδιάζονται με φορητά αντιαεροπορικά συστήματα (MANPAD) τα οποία κάποια στιγμή θα μπορούσαν να πέσουν στα χέρια “τρομοκρατικών ομάδων” - οι ΗΠΑ επιμένουν στη διάκριση μεταξύ “μετριοπαθών ανταρτών” και “τζιχαντιστών”.
Οι σύμμαχοι όμως της CIA δεν έπαψαν ποτέ να διαμαρτύρονται, τονίζοντας ότι αυτό τους καθιστά ευάλωτους στους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Και κάπως έτσι προέκυψε το Σχέδιο Β, το οποίο στις 14 Οκτωβρίου βρέθηκε στο επίκεντρο της συνεδρίασης του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Η “Washington Post” αναφέρει ότι το Σχέδιο Β, ή αλλιώς η επέκταση του προγράμματος εξοπλισμού των ανταρτών με αντιαεροπορικά συστήματα, έχει σήμερα βασικούς υποστηρικτές τον διευθυντή της CIA Τζον Μπρέναν και τον υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ Άστον Κάρτερ.
Επιφυλακτικός, από την άλλη, εμφανίστηκε στη συνεδρίαση ο υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι, ο οποίος εξέφρασε την ανησυχία του για το ενδεχόμενο κατάρριψης ρωσικού αεροσκάφους, που, φυσικά, θα οδηγούσε σε στρατιωτική αναμέτρηση με τη Ρωσία.
“Δεν μπορείς να παριστάνεις ότι θα κηρύξεις τον πόλεμο στον Άσαντ και όχι τη Ρωσία” τόνισε στη “Washington Post” ανώτατος κυβερνητικός αξιωματούχος υπό καθεστώς ανωνυμίας, ενώ ένας άλλος δεν έκρυψε την ανησυχία του για το γεγονός ότι ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός, που σήμερα εξοπλίζεται και εκπαιδεύεται από τη CIA, “κυριαρχείται όλο και περισσότερο από εξτρεμιστές¨.
Στην προσπάθειά τους να ξεπεράσουν τις αντιρρήσεις, οι υποστηρικτές του Σχεδίου Β πρότειναν μια συμβιβαστική λύση: Τον εφοδιασμό των ανταρτών με αντιαεροπορικά συστήματα που θα μεταφέρονται από οχήματα, αλλά όχι πεζούς, προκειμένου “να είναι δύσκολο να κρυφτούν από κάποια τρομοκρατική οργάνωση και να χρησιμοποιηθούν εναντίον αεροσκαφών της πολιτικής αεροπορίας”.
Και μόνο το γεγονός ότι η συζήτηση επικεντρώνεται πλέον στο μέγεθος των αντιαεροπορικών που θα διατεθούν στους αντάρτες είναι ενδεικτικό της αποφασιστικότητας των γερακιών του Πενταγώνου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να αποτρέψουν πάση θυσία την επικράτηση του Ασαντ ακόμη και ρισκάροντας σε κάθε βήμα το ενδεχόμενο μιας πολεμικής αναμέτρησης με τη Ρωσία.
Ακόμα ένα δημοσίευμα της “Washington Post” είναι ενδεικτικό των προθέσεών τους. “Κάντε τον Άσαντ και τους υποστηρικτές του να συμμαζευτούν” είναι ο τίτλος του άρθρου που έγραψε πριν από λίγες μέρες ο στρατηγός Τζον Άλεν, πρώην διοικητής των αμερικανικών κατοχικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν αλλά και ομιλητής στο πρόσφατο συνέδριο των Δημοκρατικών που έδωσε το χρίσμα της υποψηφίου στη Χίλαρι Κλίντον.
Αφού προτείνει την κλιμάκωση των οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας, ο αρθρογράφος καταθέτει το δικό του Σχέδιο Β: “Η δεύτερη επιλογή είναι μία, στην οποία οι Ρώσοι δεν πιστεύουν ότι θα καταλήξουν ποτέ οι ΗΠΑ: Κλιμακώστε τη σύγκρουση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αμφισβητήσουν το status quo και να θέσουν τέλος στα εγκλήματα πολέμου του καθεστώτος, με τη βία αν χρειαστεί”.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρώην Aμερικανός στρατιωτικός προτείνει τη “διεύρυνση” του εξοπλισμού των ανταρτών και τον σχηματισμό ενός “συνασπισμού των προθύμων” -τίποτε δεν πάει χαμένο στην αμερικανική εξωτερική πολιτική- προκειμένου να υπάρξει μια “αξιόπιστη απειλή για στρατιωτική δράση εναντίον των στρατιωτικών υποδομών του Άσαντ”.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στην κατακλείδα του άρθρου. Εκεί που ο Άλεν αποκαλύπτει το πραγματικό διακύβευμα της σύγκρουσης για τη σημερινή και τη μελλοντική πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ, πέρα από τα κροκοδείλια δάκρυα για την τύχη των εγκλωβισμένων αμάχων στο Χαλέπι. “Η αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών, ως ηγέτης και υπερασπιστής του ελεύθερου κόσμου, πρέπει να διασωθεί από τη φρικιαστική καταστροφή της Συρίας” σημειώνει.