Στον δεύτερο πόλεμο του Ιράκ, το 2003, οι αναλυτές και οι δημοσιογράφοι που τονίζαμε τον κίνδυνο διαμελισμού του Ιράκ δεν πρωτοτυπούσαμε. Τα σενάρια είχαν παρουσιαστεί από τον πόλεμο του 1991, την Καταιγίδα της Ερήμου, που κλόνισε, αλλά δεν ανέτρεψε το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Το ιρακινό καθεστώς άντεξε άλλη μια δεκαετία και έπεσε τελικά με την αμερικανοβρετανική εισβολή και κατοχή, από τις στάχτες της οποίας γεννήθηκε το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος για να ολοκληρώσει την καταστροφή στη ρημαγμένη χώρα.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον πρώτο πόλεμο, ο διαμελισμός του Ιράκ (και των πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου) έχει προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό, παρ' ότι όλοι οι περιφερειακοί και παγκόσμιοι παίκτες μιλούν για την ανάγκη να διατηρηθεί η εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Το ίδιο λέγεται και για τη γειτονική Συρία, που παραμένει βυθισμένη στο χάος ενός πολέμου ο οποίος ξεκίνησε ως εμφύλιος και εξελίχθηκε σε σύγκρουση με θρησκευτικά και φυλετικά χαρακτηριστικά, αλλά έχει μια ουσιαστική διαφορά από εκείνον του Ιράκ.
Στη Συρία υπάρχει άμεση ρωσική στρατιωτική εμπλοκή, εδώ και έναν χρόνο, για τη στήριξη του καθεστώτος Άσαντ, αλλά κυρίως για την υπεράσπιση των στρατηγικών συμφερόντων της Μόσχας έπειτα από 25 χρόνια υποχωρήσεων στη Μέση Ανατολή. Ας μην ξεχνάμε ότι ο πρώτος πόλεμος στο Ιράκ έγινε 14 μήνες μετά την πτώση του Βερολίνου και 10 μήνες πριν από την επίσημη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
Σε αυτό το ένα τέταρτο του αιώνα η «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» στο βόρειο Ιράκ εξελίχθηκε σε ένα κουρδικό ημιαυτόνομο κράτος, στο πλαίσιο μιας χαλαρής ιρακινής ομοσπονδίας, όπου η κυβέρνηση της Βαγδάτης ελέγχεται από τους σιίτες, ενώ ο αραβικός σουνιτικός πληθυσμός περιθωριοποιήθηκε και σπρώχτηκε στην αγκαλιά του Ισλαμικού Κράτους. Οι τζιχαντιστές υπό την ηγεσία του «μυστηριώδους» χαλίφη Αμπού Μπακρ Αλ Μπαγκντάτι, αφού εξαπλώθηκαν αστραπιαία πριν από δύο χρόνια και έφτασαν μέχρι τις πύλες της Βαγδάτης τώρα βρίσκονται σε υποχώρηση. Το προπύργιό τους στη βόρεια Συρία, η Μοσούλη, θα είχε πέσει από το περασμένο καλοκαίρι εάν υπήρχε διεθνής συναίνεση για την επόμενη ημέρα.
Αλλά πώς θα μπορούσε να υπάρξει συναίνεση μεταξύ της Βαγδάτης, της σιιτικής πολιτοφυλακής που ελέγχεται από την Τεχεράνη, των Αμερικανών και των Κούρδων καθώς και των άλλων περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία; Κι αν οι προαναφερθέντες παράγοντες είναι δύσκολο να συνεννοηθούν για έναν διακανονισμό, το μωσαϊκό της ιρακινής και συριακής κρίσης είναι ακόμη πιο πολύπλοκο με επιμέρους ψηφίδες που χρωματίζονται από τοπικές συμμαχίες αλλά και από εσωτερικές διαμάχες. Για παράδειγμα, η κουρδική ηγεσία του βορείου Ιράκ υπό τον πρόεδρο Μπαρζανί έχει πολύ καλές σχέσεις με την Άγκυρα και εχθρικές με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK). Παράλληλα, καθώς υποχωρεί το Ισλαμικό Κράτος, αραβικά χωριά ή συνοικίες που καταλαμβάνονται από τους Κούρδους αντάρτες ισοπεδώνονται ή εποικίζονται από πρόσφυγες άλλων περιοχών.
Η Άγκυρα έχει δημιουργήσει, αργά και συστηματικά, «προγεφυρώματα» μέσα στο βόρειο Ιράκ, όπως στη Μπασίκα, κοντά στη Μοσούλη, όπου «εκπαιδεύει» αντάρτες για την επίθεση κατά των τζιχαντιστών. Με το ίδιο πρόσχημα, δηλαδή τον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους, ο τουρκικός στρατός εισέβαλε τον περασμένο καλοκαίρι στη βόρεια Συρία, καταλαμβάνοντας μια δική της «ζώνη ασφαλείας», που παρεμβάλλεται μεταξύ των περιοχών τις οποίες ελέγχουν οι Κούρδοι αντάρτες.
Τώρα που είναι ορατή η πτώση του Ισλαμικού Κράτους και έχοντας επιβιώσει από την απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του, ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν παίζει ταυτόχρονα πολλά γερά χαρτιά σε μία κρίσιμη παρτίδα. Από τη μια «επισκευάζει» τις σχέσεις με τη Ρωσία και από την άλλη αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάννης, που καθόρισε τα σύνορα του σύγχρονου τουρκικού κράτους, επαναφέροντας μεταξύ άλλων τις τουρκικές διεκδικήσεις στην περιοχή της Μοσούλης.
Μεταξύ Άγκυρας και Μόσχας διαμορφώνονται σχέσεις κατανόησης και επιμέρους συμφωνίες σε όσα τις ενώνουν, όπως το ενεργειακό. Εκείνα που τις χωρίζουν μπαίνουν προς το παρόν στην άκρη και αποσιωπούνται. Χαρακτηριστικές ήταν οι εμφανίσεις των Πούτιν και Ερντογάν στο Παγκόσμιο Συνέδριο για την Ενέργεια που έγινε στην Κωνσταντινούπολη την περασμένη εβδομάδα.
Από το βήμα του συνεδρίου, ο Ρώσος πρόεδρος μίλησε για το αμοιβαίο συμφέρον της ενεργειακής συνεργασίας αποφεύγοντας να αναφερθεί στη Συρία και στους αντάρτες που υπερασπίζονται το ανατολικό Χαλέπι, αποκομμένοι πλέον από τις οδούς ανεφοδιασμού μέσω Τουρκίας. Ο Πούτιν γνωρίζει καλά ποιοι στήριξαν τους «τρομοκράτες» που βομβαρδίζονται από τη ρωσική αεροπορία. Επόμενος ομιλητής ήταν ο Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος περιέγραψε μεν το δράμα των παιδιών που βομβαρδίζονται από ελικόπτερα και αεροπλάνα στο Χαλέπι, απέφυγε όμως να πει σε ποιους ανήκουν αυτά τα αεροσκάφη. Ο Πούτιν παρακολουθούσε ατάραχος. Το ίδιο βράδυ οι δύο ηγέτες υπέγραψαν τη συμφωνία για τον αγωγό φυσικού αερίου Turkish Stream.
Η Μόσχα έχει κάθε λόγο να στρίβει το μαχαίρι στην πληγή των Αμερικανών που ονομάζεται «Τουρκία του Ερντογάν», αλλά και να προωθεί τη στρατηγική συνεργασία με το Ιράν παίζοντας ρόλο εγγυητή της διεθνούς συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Ενώ η Άγκυρα ποντάρει στην αδυναμία των ΗΠΑ να επιβάλουν «λύσεις» χωρίς σημαντική αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο έδαφος σε Συρία και Ιράκ. Ήταν αρκετή μια σύντομη αναφορά της υποψήφιας προέδρου και πρώην υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον σε “εξοπλισμό των Κούρδων ανταρτών” για να προκαλέσει την οργίλη αντίδραση του Ερντογάν, που την κατηγόρησε για ερασιτεχνισμό. Σημειώνεται ότι ούτε το Ιράν θέλει ενίσχυση των Κούρδων, αλλά μερίδα του τουρκικού φιλοκυβερνητικού Τύπου εκφράζει ανησυχίες για μια κρυφή συμμαχία ΗΠΑ και Ιράν εναντίον της Τουρκίας, καθώς βλέπει τη σιιτική πολιτοφυλακή να αναλαμβάνει ρόλο και στο βόρειο Ιράκ.
Η Άγκυρα απαιτεί αποκλεισμό των φιλοϊρανικών δυνάμεων και των Κούρδων πεσμεργκά από την τελική μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους ή έστω μικρή συμμετοχή τους, ενώ η ίδια διεκδικεί ενεργό ρόλο στη σύγκρουση και τη μοιρασιά. Τα λάφυρα δεν θα είναι απαραίτητα εδαφικά. Ίσως να συμβιβαστεί με την εγγύηση ότι τα πετρέλαια του βόρειου Ιράκ θα περνούν από τα δικά της εδάφη για να καταλήξουν στη Μεσόγειο. Με άλλα λόγια, οι «ζώνες ασφαλείας» κατά μήκος των συνόρων της να λειτουργούν ως εγγύηση για την ασφάλεια των αγωγών, οι οποίοι θα είναι... περισσότερο ασφαλείς από άλλους αγωγούς που σχεδιάζονται για το Ιράκ και τη Συρία της επόμενης ημέρας (για την κατάσταση στο νότιο Ιράκ και την εξαθλίωση του πληθυσμού στη Βασόρα, ενδεικτικό είναι το άρθρο των “Financial Times” στις σελίδες 46-47).
Εν τω μεταξύ, ο ΟΗΕ και ανθρωπιστικές οργανώσεις προειδοποιούν για νέο προσφυγικό κύμα από το βόρειο Ιράκ, εφόσον εκδηλωθεί τις προσεχείς εβδομάδες η επίθεση του «διεθνούς συνασπισμού» στη Μοσούλη. Ο πληθυσμός της πόλης ξεπερνά το μισό εκατομμύριο, ενώ πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι την εγκατέλειψαν τα τελευταία δύο χρόνια. Πριν από τον πόλεμο, η πόλη που βρίσκεται στη δυτική όχθη του ποταμού Τίγρη, απέναντι στην αρχαία Νινευή, είχε δύο εκατομμύρια κατοίκους. Πόσοι είναι σήμερα οι τζιχαντιστές πολεμιστές στη Μοσούλη; Μόλις 8.000 σύμφωνα με τις εκτιμήσεις δυτικών υπηρεσιών, που για άλλη μια φορά ανησυχούν για «παράπλευρες απώλειες» στον άμαχο πληθυσμό.