Live τώρα    
Η κρυφή γοητεία του Ντόναλντ Τραμπ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η κρυφή γοητεία του Ντόναλντ Τραμπ

Έχει προσβάλει το μισό εκλογικό σώμα, έχει πιαστεί να λέει απανωτά ψέματα και να αποδεικνύει κραυγαλέα άγνοια για βασικά πολιτικά ζητήματα, ενώ στο πρώτο ντιμπέιτ σχεδόν έκανε “χαρακίρι” μπροστά στις κάμερες εμφανιζόμενος εντελώς ανέτοιμος. Παρ' όλα αυτά, τέσσερις στους δέκα Αμερικανούς δείχνουν ακόμη αποφασισμένοι να τον ψηφίσουν. Γιατί άραγε;

Πώς μπορεί ένας υποψήφιος τόσο εμφανώς ακατάλληλος όσο ο Ντόναλντ Τραμπ να τα βάλει με ολόκληρο τον κομματικό μηχανισμό των Ρεπουμπλικανών και να κερδίσει; Και να διεκδικεί με αξιώσεις την αμερικανική προεδρία μέχρι την τελευταία στιγμή; Ίσως επειδή, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι τελικά θα ψήφιζαν οποιονδήποτε προκειμένου να αποδοκιμάσουν ό,τι αισθάνονται πως εκπροσωπεί η Χίλαρι Κλίντον.

Ποτέ ξανά η Αμερική δεν είχε δύο τόσο αντιδημοφιλείς υποψηφίους για την προεδρία. Παρότι διαδέχεται τον Μπάρακ Ομπάμα και εμφανίζεται ως συνεχίστριά του, η Κλίντον αδυνατεί να εκφράσει την πλειονότητα που ανέδειξε τον πρώτο μαύρο πρόεδρο στην ιστορία των ΗΠΑ. Για τους υποστηρικτές της, υπεύθυνη γι' αυτό είναι η “λάσπη” που εκτοξεύουν σε κάθε ευκαιρία εναντίον της ο Τραμπ και συντηρητικά τηλεοπτικά δίκτυα όπως το Fox.

Παραβλέπουν έτσι ότι για τους περισσότερους Αμερικανούς η Κλίντον αποτελεί ίσως τον χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο της διαπλοκής μεταξύ πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Από αυτή την άποψη, ο Τραμπ πλεονεκτεί πράγματι απέναντι της όταν εκπροσωπεί μόνο τον έναν πόλο και υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία ότι ο ίδιος δεν προέρχεται από την πολιτική κάστα. Γιατί η Κλίντον είναι ακριβώς το είδος του Αμερικανού πολιτικού που κερδίζει 1,8 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο βγάζοντας ομιλίες σε τραπεζικά συνέδρια.

Για τον γνωστό οικονομολόγο Πολ Κρούγκμαν η απάντηση για την απήχηση του Τραμπ είναι εξαιρετικά απλή. “Πολύ περισσότεροι Αμερικανοί από ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε είναι λευκοί εθνικιστές κατά βάθος” εξηγεί στο άρθρο του στους New York Times. Και ο Τραμπ εκφράζει ακριβώς αυτό τον υπόγειο ρατσισμό. Κάτι όμως λείπει από αυτή την ανάλυση. Πώς ανακάλυψαν οι Αμερικανοί τόσο ξαφνικά τη γοητεία του φασισμού;

Ο κοινωνιολόγος Άρλι Χοτστσάιλντ ξόδεψε πέντε χρόνια από τη ζωή του αναζητώντας απαντήσεις. Το μεγαλύτερο από αυτό το διάστημα το πέρασε σε μια από τις πιο καθυστερημένες και φτωχές περιοχές των ΗΠΑ, στα βαλτοτόπια της Λουιζιάνα, τη λεγόμενη “Κοιλάδα του καρκίνου”, πραγματοποιώντας εκατοντάδες συνεντεύξεις με κατοίκους της. Το βιβλίο του με τίτλο "Ξένοι στον τόπο τους" δίνει αρκετές εξηγήσεις για το φαινόμενο Τραμπ.

Σχεδόν όλοι οι συνομιλητές του Χοτστσάιλντ ήταν αποδέκτες κάποιου προγράμματος κοινωνικής πρόνοιας. Και όλοι τους μισούσαν το κράτος. Ζούσαν σε μια από τις περιβαλλοντικά πιο υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας. Το νερό στις εκβολές του Μισισίπι είναι μολυσμένο από τα λύματα που ρίχνουν εκεί τα χημικά εργοστάσια. Παρόλα αυτά, ψήφιζαν υποψήφιους που υπόσχονταν να κλείσουν την Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας.

"Το κράτος τα βάζει πάντοτε με τους αδύναμους. Αν η βάρκα σου στάξει λίγο πετρέλαιο στο ποτάμι, θα σου ρίξουν πρόστιμο. Αν όμως οι εταιρείες χύσουν γαλόνια που θα σκοτώσουν τα πάντα, δεν κάνει τίποτε. Αν κυνηγάς πουλιά, σε βάζουν φυλακή. Αν όμως μια εταιρεία δηλητηριάζει το νερό τους, την αφήνουν ήσυχη. Ελέγχουν μόνο τον πάτο γιατί τους είναι δύσκολο να ελέγξουν την κορυφή" εξηγεί ένας από τους συνομιλητές του Χοτστσάιλντ.

Θα μπορούσε να είναι απόσπασμα από κάποια ομιλία του Μπέρνι Σάντερς. Όμως πρόκειται για τα λόγια ενός πιθανού ψηφοφόρου του Τραμπ. Υπάρχει η επίγνωση για κάποια βαθιά αδικία, αλλά καμία εξήγηση. Και η οργή σπανίως αγγίζει τους πραγματικά υπεύθυνους. "Η ρύπανση είναι το τίμημα που πληρώνουμε για τον καπιταλισμό" εξηγεί ένας άλλος κάτοικος δίχως ίχνος ειρωνείας.

Φυσικά υπάρχει και η ευαγγελική Εκκλησία. Μπορεί τα δέντρα στα βαλτοτόπια τους να μαραίνονται, αλλά "στον Παράδεισο είναι πανέμορφα", όπως λέει κάποιος άλλος. Η Εκκλησία προσφέρει και τη βασική αίσθηση της κοινότητας, κάτι που εξηγεί σε έναν βαθμό την εχθρότητά τους για κάθε "φιλελεύθερη αξία" που προβάλλουν σήμερα οι Δημοκρατικοί, τους γάμους μεταξύ ομοφύλων, την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων, τον έλεγχο της οπλοκατοχής. Αισθάνονται σαν πολιορκημένη μειονότητα. "Υπάρχουν όλο και λιγότεροι χριστιανοί σαν εμάς" σημειώνει κάποιος.

Ας περάσουμε όμως στο πεδίο της οικονομίας. Στο άρθρο του με τον τίτλο "Πώς ο αμερικανικός Νότος οδηγεί την οικονομία των χαμηλών μισθών" στο περιοδικό "American Prospect", ο Χάρολντ Μάγιερσον εξηγεί πως ο ηττημένος του αμερικανικού εμφυλίου παίρνει τα τελευταία χρόνια μια άτυπη ρεβάνς επιβάλλοντας στον Βορρά ένα μοντέλο που ποτέ πραγματικά δεν εγκατέλειψε, ένα μοντέλο βασισμένο στην παραβίαση κάθε εργασιακού δικαιώματος και στην ωμή καταστολή κάθε προσπάθειας αμφισβήτησής του.

Και υπενθυμίζει ότι η λευκή αριστοκρατία της Γης στον αμερικανικό Νότο δεν διαφέντευε μόνο τους μαύρους σκλάβους, αλλά και τη φτωχή αγροτιά των λευκών, που αργότερα πλημμύρισαν τα εργοστάσια και τα τρέιλερς στις παρυφές των πόλεων. Εκείνους που αργότερα βαπτίστηκαν “λευκά σκουπίδια”.

Για κάποιους αναλυτές το πρόβλημα βρίσκεται στο ίδιο το Δημοκρατικό Κόμμα και στον τρόπο με τον οποίο εγκατέλειψε την αμερικανική εργατική τάξη -λευκή και μαύρη. Για τον Τομ Φρανκ, συγγραφέα του βιβλίου "Ακου φιλελεύθερε", το "κόμμα του λαού", όπως ήταν γνωστό στα χρόνια του Ρούζβελτ, έχει μετεξελιχθεί σήμερα στο κόμμα των "μορφωμένων ελεύθερων επαγγελματιών". Το κόμμα στο οποίο η επιχειρηματικότητα και η τεχνολογική καινοτομία έχουν καταλάβει τη θέση της ιδεολογίας.

Ο Φρανκ σημειώνει ότι οι Δημοκρατικοί υλοποίησαν επί κυβερνήσεων Μπιλ Κλίντον πολλούς από τους βασικούς σχεδιασμούς των Ρεπουμπλικανών: δημόσιες περικοπές, NAFTA, πλήρης απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Και το κακό συνεχίστηκε όταν ο Μπάρακ Ομπάμα έχασε την ευκαιρία να φορτώσει την κρίση στη Γουόλ Στριτ και να αναμορφώσει ριζικά το τραπεζικό σύστημα επιλέγοντας αντί γι' αυτό να αποκαταστήσει την "εμπιστοσύνη" στις χρηματαγορές. Το αποτέλεσμα ήταν το φαινόμενο της “λευκής οργής” για τις δουλειές που χάθηκαν και τα σπίτια που κατασχέθηκαν να στραφεί εξ ολοκλήρου κατά των Δημοκρατικών.

Ο Ρόμπερτ Κάτνερ, εκδότης του "American Prospect", συνοψίζει το πρόβλημα για τους Αμερικανούς φιλελεύθερους σε κάτι που αποκαλεί “σύγκρουση των βαθιών τραυμάτων”. Η ανασφάλεια και η οικονομική ανέχεια στην οποία έχει βυθιστεί τα τελευταία χρόνια ένα μεγάλο μέρος της λευκής εργατικής τάξης συγκρούεται μετωπικά με τις νέες φιλελεύθερες αξίες ακόμη και αν αυτές αφορούν προβλήματα τόσο πιεστικά όσο η οπλοκατοχή και η διαιώνιση των φυλετικών διακρίσεων.

Πώς να πεις άλλωστε τους κατοίκους των βάλτων της Λουιζιάνα προνομιούχους; “Ο πρόεδρος Ομπάμα μπήκε στη σκηνή την ώρα που πολλοί από εμάς άρχιζαν να πιστεύουν ότι η σύγχρονη αμερικανική αξιοκρατία δεν λειτουργεί προς όφελός μας” εξηγεί ένας από αυτούς. “Ο Ομπάμα είναι καλός πατέρας τη στιγμή που πολλοί από εμάς δεν είναι. Φοράει κουστούμια ενώ εμείς φοράμε ποδιές, κι αυτό αν είμαστε αρκετά τυχεροί να έχουμε δουλειά. Η γυναίκα του μας λέει να δίνουμε στα παιδιά μας υγιεινές τροφές. Και τη μισούμε γι' αυτό, όχι επειδή νομίζουμε ότι έχει άδικο, αλλά επειδή ξέρουμε ότι έχει δίκιο”.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0