Ο αγώνας των Γάλλων εργαζόμενων κατά του νόμου που αναμορφώνει ριζικά, επί τα χείρω σύμφωνα με σύσσωμα τα συνδικάτα, καλά κρατεί. Παρά τους ελιγμούς της κυβέρνησης, παρά την κλιμάκωση της έντασης, παρά την επίδειξη πυγμής από τον πρόεδρο Ολάντ και τον πρωθυπουργό του, Βαλς, περί της αναγκαιότητας να περάσουν οι διατάξεις που φέρνουν τα πάνω - κάτω στα εργασιακά, η συντονισμένη αντίδραση επί 4 μήνες ενεργών πολιτών και συνδικάτων, με διαδηλώσεις, με κυλιόμενες απεργίες σε κρίσιμους κλάδους, φαίνεται να φέρνουν κάποια αποτελέσματα.
Αργά αλλά σταθερά, με επιμονή στον στόχο και αποφεύγοντας να πέσουν στην παγίδα της κλιμάκωσης, οι εκπρόσωποι των συνδικάτων εγγράφουν μικρές νίκες στο ενεργητικό τους. Αν και φαντάζει δύσκολο να πάρει πίσω η κυβέρνηση συνολικά τον νόμο, η αντίσταση έφερε, για παράδειγμα, την ακύρωση της αδιανόητης απαγόρευσης της συνδικαλιστικής διαδήλωσης, που είχε επιχειρήσει να επιβάλλει την περασμένη εβδομάδα η κυβέρνηση, προκειμένου να... εκφοβίσει τους διαμαρτυρόμενους.
Πλέον η κυβέρνηση φαίνεται ότι αντιμετωπίζει σοβαρά το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε νέες υποχωρήσεις στο περιεχόμενο του νομοσχεδίου - δεν είναι έτσι τυχαίο ότι την Τετάρτη υπέβαλε στους συνδικαλιστές νέες τροποποιήσεις, αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορεί να καταφύγει ξανά στη χρήση της διάταξης του άρθρου 49, παρ. 3 του Συντάγματος προκειμένου να επιβάλλει τον νόμο. Και τούτο γιατί η συντριπτική πλειοψηφία, το 73% των πολιτών, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, είναι αντίθετη με τη χρήση ξανά αυτής της μεθοδολογίας.
Τα συνδικάτα από την πλευρά τους είναι αποφασισμένα να συνεχίσουν με προγραμματισμό δράσεων για την Τρίτη, 5 Ιουλίου και στη διάρκεια όλου του καλοκαιριού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο γραμματέας του ισχυρότερου συνδικάτου CGT, ο Φιλίπ Μαρτινέζ επανέλαβε την κατηγορηματική άρνηση του συνδικάτου να αποδεχθεί διατάξεις οι οποίες, πέραν των άλλων, παραβιάζουν και το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα τις θεμελιώδεις συμβάσεις 87 και 98 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ).
Σε αυτό το σημείο άλλωστε, στον παράνομο δηλαδή, όπως θεωρούν, χαρακτήρα του νόμου, δίνουν πλέον τη μάχη τα στελέχη του CGT. Μάλιστα στην τοποθέτησή του κατά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό και την υπουργό Εργασίaς, την Πέμπτη, ο Μαρτινέζ έφερε ως παράδειγμα την απόφαση της Επιτροπής Συνδικαλιστικής Ελευθερίας της ΔΟΕ σχετικά με μια παρεμφερή υπόθεση: την εργασιακή μεταρρύθμιση του 2012 της τότε κυβέρνησης της Ελλάδας, με στόχο την αποκέντρωση της συλλογικής διαπραγμάτευσης στο επίπεδο των επιχειρήσεων (αυτό ακριβώς είναι και το περιεχόμενο του επίμαχου άρθρου 2 του νόμου Ελ Κομρί). Στην απόφασή της η Επιτροπή τονίζει ότι μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να «αποσταθεροποιήσει συνολικά τους μηχανισμούς συλλογικής διαπραγμάτευσης καθώς και τις οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων και υπό αυτή την έννοια αποδυναμώνει την συνδικαλιστική ελευθερία και τη συλλογική διαπραγμάτευση έναντι των αρχών των συμβάσεων 87 και 98».
Η μπάλα βρίσκεται πλέον, για άλλη μία φορά, στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπό τη σταθερή πίεση όλων όσοι αντιτίθενται στον νόμο: βουλευτών του Σοσιαλιστικού κόμματος, συνδικάτων, πολιτών. Ένα μέτωπο που οικοδομήθηκε στους δρόμους και αντέχει...