Της Κάκης Μπαλή
Ο Γιόαχιμ Γκάουκ, ο πρόεδρος της Γερμανίας, με την απόφασή του να μη θέσει υποψηφιότητα για μια δεύτερη θητεία στις αρχές του 2017, κάνει τη ζωή των πολιτικών κομμάτων δύσκολη. Ο πάστορας Γκάουκ θα ήταν για το πολιτικό σύστημα στη Γερμανία η ιδανική -ως... βαρετή- λύση, έναν και κάτι χρόνο πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017, καθώς είναι υπερκομματικός και εξελέγη το 2012 από μια τεράστια πλειοψηφία - Χριστιανοδημοκράτες (CDU), Σοσιαλδημοκράτες (SPD), Φιλελεύθερους (FDP) και Πράσινους. Η πρώτη θητεία του θεωρείται πετυχημένη, ειδικά σε αντίστιξη με τις ατυχείς επιλογές των δύο προκατόχων του, που αποχώρησαν πρόωρα από το ανώτατο αξίωμα της χώρας,... πληγώνοντάς το, όπως πίστεψαν οι Γερμανοί. Ο πρώτος, ο Χορστ Κέλερ, επέλεξε για μάλλον θολούς λόγους να παραιτηθεί, ο δεύτερος, ο Κρίστιαν Βουλφ, ενεπλάκη σε ένα ανόητο σκάνδαλο και αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Έτσι εμφανίστηκε ο Γκάουκ ως... βάλσαμο στην πληγή του αξιώματος, να εκπροσωπήσει αξιοπρεπώς -και παλιομοδίτικα- τη χώρα στο εξωτερικό και να σπρώξει στη λήθη τους δύο προηγούμενους προέδρους.
Μόνο που στα 77 του χρόνια ο Γκάουκ νιώθει πολύ μεγάλος για να συνεχίσει άλλα πέντε χρόνια και θέλει να αποχωρήσει, δηλώνοντας μάλιστα δημοσίως ότι η Γερμανία διαθέτει αρκετές και αρκετούς που θα μπορούσαν να συνεχίσουν εξίσου καλά το έργο του. Κι εδώ αρχίζουν τα ζόρια για τα κόμματα. Ή η πρόκληση.
Η επιλογή του προεδρικού υποψηφίου δίνει πάντα το στίγμα για την πολιτική κυβερνητικών συμμαχιών που σκοπεύουν να ακολουθήσουν τα κόμματα στις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Κι αν σε κάποιες φάσεις της Ιστορίας της μεταπολεμικής Γερμανίας η πολιτική αυτή ήταν δεδομένη ή επισήμως εκπεφρασμένη - π.χ. οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι είχαν δηλώσει ότι θέλουν να κυβερνήσουν μαζί το 1998, ενώ η Άνγκελα Μέρκελ είχε χαρακτηρίσει "ιδανικούς εταίρους" της τους Φιλελεύθερους το 2009- σήμερα όλα είναι ρευστά. Τα δύο μεγάλα -τρόπος του λέγειν- κόμματα, η CDU και το SPD, θα ήθελαν πολύ να αποφύγουν μια επανάληψη της κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή είναι θολές τόσο οι πολιτικές όσο και οι αριθμητικές επιλογές που θα υπάρξουν τον Σεπτέμβριο του 2017. Κι αν για τις αριθμητικές θα αποφασίσουν οι ψηφοφόροι, τις πολιτικές θα πρέπει να τις κάνουν τα κόμματα - και δη νωρίτερα απ' ό,τι θα ήθελαν, αφού έχει πέσει πλέον στο τραπέζι η προεδρική εκλογή στις 12 Φεβρουαρίου του 2017.
Σημειώνεται ότι ο πρόεδρος στη Γερμανία εκλέγεται από μια ειδική συνέλευση στην οποία συμμετέχουν οι ομοσπονδιακοί βουλευτές και εκλέκτορες από τα κρατίδια, βάσει της τοπικής δύναμης των κομμάτων. Όπως είναι σήμερα ο συσχετισμός -αν και θα αλλάξει μέχρι τον ερχόμενο Φεβρουάριο, αφού εκκρεμούν δύο τοπικές εκλογές- τριών "ειδών" πρόεδροι έχουν αριθμητικά την πιθανότητα να εκλεγούν. Είτε κάποιος υποψήφιος ή υποψήφια που θα κατεβάσουν από κοινού SPD, Πράσινοι και Αριστερά, είτε η CDU και οι Πράσινοι, είτε κάποιος υπερκομματικός που θα έχει ευρύτερη συναίνεση.
Στην πρώτη περίπτωση, τα αριστερότερα του κέντρου κόμματα θα στείλουν το σήμα ότι είναι πραγματικά αποφασισμένα να παλέψουν για μια άλλη πολιτική. Ωστόσο, και τα τρία είναι εσωτερικά διχασμένα. Λίγοι είναι οι Σοσιαλδημοκράτες που θέλουν να τολμήσουν μια μεγάλη στροφή προς τα αριστερά, ενώ και μεγάλο μέρος της Αριστεράς προτιμά τον ρόλο της αντιπολίτευσης. Όσο για τους Πράσινους, οι μισοί θα ήθελαν έναν αριστερό συνασπισμό, αλλά οι άλλοι μισοί φλερτάρουν έντονα με τη Χριστιανοδημοκρατία της Μέρκελ. Κι εδώ έρχεται η δεύτερη περίπτωση, που είναι επίσης πολιτικά προβληματική, καθώς ήδη ένα μέρος της CDU κατηγορεί τη Μέρκελ ότι έχει στρίψει υπερβολικά προς τα αριστερά - κι αφήνει άπλετο χώρο για μια μόνιμη εγκατάσταση της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία στο πολιτικό σύστημα. Οπότε η απόφαση του Γκάουκ να μην παραμείνει για ακόμη μια θητεία στην προεδρία θα αναγκάσει τους πάντες να επιταχύνουν τις αποφάσεις τους.