Της Ελένης Τσερεζόλε
"Η εγκατάλειψη της έκπτωσης από την εθνικότητα στοίχισε στον Ολάντ την αριστερά του κόμματός του, την Κριστιάν Τομπιρά και την αξιοπιστία του". Ένα από τα πολλά "τιτιβίσματα" σε αυτό που η "Ουμανιτέ" στο φύλλο της Πέμπτης χαρακτήρισε "ενταφιασμό μιας ντροπιαστικής ενέργειας". Πρόκειται για κάτι που ελάχιστοι πρόεδροι στην ιστορία της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας έχουν αναγκαστεί να κάνουν: να πάρουν πίσω μια εμβληματική απόφαση όπως είναι η συνταγματική μεταρρύθμιση. Ήταν η απόπειρα του Γάλλου προέδρου να εγγράψει στο Σύνταγμα την έκπτωση από τη γαλλική υπηκοότητα όσων καταδικάζονται για τρομοκρατία καθώς και την καθιέρωση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης.
Αυτό που είχε ξεκινήσει υπό τις πιο ενθαρρυντικές ενδείξεις, αμέσως μετά τις πολύνεκρες επιθέσεις στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου 2015 (η κοινή γνώμη τασσόταν τότε μαζικά υπέρ της έκπτωσης από την υπηκοότητα - ένα μέτρο της Άκρας Δεξιάς που αίφνης υιοθέτησε ο Ολάντ ως "μέσο καταπολέμησης της τρομοκρατίας"), σύντομα μετατράπηκε σε παγίδα για τον ίδιο και την κυβερνητική πλειοψηφία. Εν αρχή ήλθαν οι αντιδράσεις στο εσωτερικό του Σοσιαλιστικού Κόμματος - πέρα από εκείνες στα κόμματα της υπόλοιπης Αριστεράς. Μετά, και ύστερα από αρκετές αμφιταλαντεύσεις, ήταν η σειρά της υπουργού Δικαιοσύνης Κριστιάν Τομπιρά να εγκαταλείψει το καράβι, επικρίνοντας έντονα, εκδίδοντας μάλιστα και βιβλίο με τη μορφή συμβουλών προς τους νέους, την πρόθεση της συνταγματικής μεταρρύθμισης του προέδρου. Τα πράγματα για τον Ολάντ πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο: οι επικρίσεις κλιμακώνονταν, ενώ οι προσπάθειες του πρωθυπουργού του Μανουέλ Βαλς, προκειμένου να κρατήσει ζωντανή τη μεταρρύθμιση για την έκπτωση από την υπηκοότητα, που αρχικά αφορούσε μόνο όσους είχαν διπλή υπηκοότητα και μετά όλους τους πολίτες, έπεφταν στο κενό.
Τη "χαριστική βολή" την έδωσε η, υπό δεξιά πλειοψηφία, Γερουσία, που ψήφισε διαφορετική εκδοχή του κειμένου από εκείνη που είχε ψηφίσει η Βουλή, καθιστώντας αδύνατη την υιοθέτηση της μεταρρύθμισης από το Κογκρέσο (τα δύο δηλαδή σώματα). Μετά από τέσσερις μήνες μιας χαοτικής πορείας, ο ίδιος ο Ολάντ, σε πεντάλεπτο διάγγελμά του προς τους πολίτες, έβαλε την ταφόπλακα στη μεταρρύθμιση - κάτι που χαιρετίστηκε από όλα σχεδόν τα κόμματα της αντιπολίτευσης καθώς και από οργανώσεις, όπως το συνδικάτο των δικαστικών και η Λίγκα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ενδεικτική του αρνητικού κλίματος που είχε δημιουργηθεί από αυτή την κατασταλτικής συλλήψεως μεταρρύθμιση ήταν και η αντίδραση του πρώτου γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ζαν Κριστόφ Καμπνατελίς, που ζήτησε "συγγνώμη" από τους πολίτες για το "θλιβερό θέαμα" που προσέφερε η κυβέρνηση.
Δεν ήσαν λίγοι, όπως ο εθνικός γραμματέας του ΚΚΓ Πιέρ Λωράν, που επεσήμανε ότι μετά από αυτή την υποχώρηση του Ολάντ, "η οποία τον απομόνωσε", μπορεί να ανοίξει ο δρόμος και για υποχώρηση στη μεταρρύθμιση του νόμου για την εργασία. Ο ίδιος κάλεσε τον πρόεδρο να επιδείξει την "ίδια οξυδέρκεια" και να εγκαταλείψει τον νόμο που ακυρώνει σχεδόν όλες τις ασφαλιστικές δικλίδες της εργασιακής νομοθεσίας, "γιατί και στο θέμα αυτό δεν υπάρχει πλειοψηφία στην Αριστερά για να ψηφιστεί αυτό που είναι μια νέα προδοσία". Και σαν μην έφθαναν αυτά, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση, σε όλες τις περιπτώσεις, με επικεφαλής της Δεξιάς είτε τον πρώην πρωθυπουργό Αλέν Ζιπέ είτε τον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας, και απέναντι στη Μαρίν Λεπέν, ο Ολάντ έρχεται τρίτος και δεν περνάει καν στον β' γύρο - σε αντίθεση με τη Λεπέν, που μάλιστα κερδίζει τον Σαρκοζί και χάνει μόνο από τον Ζιπέ...