ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
«Τώρα η μουσική άλλαξε», έγραψε ο Ματέο Ρέντζι στη "The Guardian", υπερασπιζόμενος τις «ιστορικές μεταρρυθμίσεις» του στα εργασιακά, την Παιδεία και το Σύνταγμα, ενώ Ιταλός δημοσιογράφος εκτιμά ότι θα κερδίσει ένα μνημείο στο Βατερλώ μετά τις διαδοχικές ήττες του στις Βρυξέλλες, εκτιμώντας ότι η Κομισιόν κουράστηκε από τον Ιταλό πρωθυπουργό, που ζητάει διαρκώς χαλάρωση του Συμφώνου σταθερότητας και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη «διάσωση» των τραπεζών και την ακύρωση των κρατικών ενισχύσεων σε τομείς της οικονομίας.
Τις δύο τελευταίες μαχαιριές ο Ρέντζι τις δέχθηκε από τον μεγαλύτερο σύμμαχό του στη Κομισιόν, τον «σύντροφο» σοσιαλιστή Μοσκοβισί, που τάχθηκε από το Νταβός εναντίον της περαιτέρω χαλάρωσης του συμφώνου σταθερότητας για την Ιταλία, ζητώντας επιπλέον και την επίπονη μείωση του τεραστίου χρέους της, που ξεπερνά τα 2,2 τρισ. ευρώ, και τη Φεντερίκα Μογκερίνι, την οποία ο ίδιος τοποθέτησε επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. και σήμερα κατηγορεί ότι ταξιδεύει πολύ και δεν στηρίζει... την Ιταλία, την κυβέρνησή του και το κόμμα της.
Οι ήττες οδήγησαν του Ρέντζι να «απολύσει» στην ουσία τον πρέσβη της Ιταλίας στην Ε.Ε. Στέφανο Σανίνο αποτυγχάνοντας να τον αντικαταστήσει με τον Τσέζαρε Μαρία Ραγκαλίνι, που φαίνεται ότι αρνήθηκε να εγκαταλείψει την ιταλική πρεσβεία της Μόσχας, ενώ ο υφυπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Σάντρο Γκότσι φαίνεται να βρίσκει διαρκώς κλειστές πόρτες στους διαδρόμους των Βρυξελλών. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Οικονομικών Πιέρ Πάολο Παντοάν βρήκε στο Ecofin ένα τείχος έναντι των προσπαθειών του να στηρίξει τις καταρρέουσες ιταλικές τράπεζες με δημόσιες εγγυήσεις σε πιστώσεις που θα ξεπερνούν τα 200 δισ. ευρώ, ενώ η Κομισιόν έβαλε στο στόχαστρό της και την κρατική βοήθεια για τη διάσωση της τεράστιας χαλυβουργίας της Ilva στο Τάραντο και εκκρεμεί η αντιπαράθεση της Κομισιόν, του Βερολίνου και των ΗΠΑ με την Ιταλία για την ενεργειακή της πολιτική.
Παράλληλα, οι ρήτρες που ζητάει για τις επενδύσεις στην ουσία μεταφέρουν απλώς στον χρόνο τις περικοπές των δημοσίων δαπανών, χωρίς να επιτρέπουν να ξεπεραστεί το όριο του 3%, ενώ μηδαμινά θα είναι τα οφέλη και από τη χαλάρωση του συμφώνου σταθερότητας στο 0,2% του ελλείμματος εξαιτίας του προβλήματος των προσφύγων και μεταναστών.
«Οι πολιτικές της λιτότητας μέχρι σήμερα δεν κατάφεραν παρά να καταστρέψουν στην πράξη την ανάπτυξη», έγραψε ο Ρέντζι στη "The Guardian", καταγγέλλοντας ότι «δεκαετίες λανθασμένων πολιτικών και οικονομικής ορθοδοξίας σκότωσαν την ανάπτυξη και τροφοδότησαν τον λαϊκισμό» στην Ευρώπη.
Αυτό όμως που φαίνεται να διαφεύγει, και ίσως εσκεμμένα από τον Ρέντζι, είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα και η Πορτογαλία αμφισβητούν τις πολιτικές της λιτότητας και ίσως σε λίγες ημέρες προστεθεί και η Ισπανία. Γιατί η τρίτη σε μέγεθος οικονομία της Ευρωζώνης και μεγαλύτερη χώρα του ευρωπαϊκού Νότου που πλήττεται από τη κρίση δεν στηρίζει την άμεση δημιουργία ενός κοινού μετώπου εναντίον της λιτότητας; Πόσο βαραίνει το γεγονός ότι η Ιταλία έχει χάσει το 25% της παραγωγικής ικανότητάς της από την αρχή της κρίσης, μεγάλο τμήμα της σημερινής βιομηχανικής παραγωγής της λειτουργεί συμπληρωματικά για να καλύψει τις ανάγκες των γερμανικών βιομηχανιών, κυρίως με εξαρτήματα χαμηλής τεχνολογίας, ενώ γερμανικές, ασιατικές και αραβικές εταιρείες εξαγοράζουν τις λίγες ιταλικές εταιρείες αιχμής ή στρατηγικής και υψηλής αποδοτικότητας κερδών;
Μαζί με τον Σόιμπλε υπέρ της Σένγκεν
Ο Ρέντζι πάντως ταυτίστηκε με τον Σόιμπλε στην υπεράσπιση της συνθήκης της Σένγκεν, με τον Ιταλό πρωθυπουργό να δηλώνει στο Rtl 10,5 ότι «δεν μπλοκάρουμε τους τρομοκράτες αναστέλλοντας τη Σένγκεν. Μερικοί από τους τρομοκράτες γεννήθηκαν στις πόλεις μας. Υπάρχει ένα μείγμα φόβου και έλλειψης οπτικής σε αυτό το θέμα. Εκτιμώ ότι θέτουμε σε κίνδυνο την ίδια την ιδέα της Ευρώπης. Ελπίζω να μη συμβεί, αλλά αυτό δεν εξαρτάται από την ιταλική κυβέρνηση. Εμείς υποστηρίζουμε την ενίσχυση των ελέγχων, αλλά χωρίς να αναστείλουμε τη συμφωνία ελεύθερης διακίνησης».