Με το κουβάρι του συριακού εμφύλιου να μπλέκεται όλο και περισσότερο και τις αντιμαχόμενες πλευρές να αυξάνονται, τα ερωτήματα για τη μοίρα αυτής της σύγκρουσης και των ανθρώπων που έχουν πέσει θύματά της, πληθαίνουν. Στη σκιά της ρωσικής επέμβασης στη Συρία, που δημιούργησε ντε φάκτο νέα δεδομένα, η "Αυγή" μίλησε με τον Κωνσταντίνο Φίλη, διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, αναζητώντας απαντήσεις στο βασικό ερώτημα που αφορά τη ρωσική ατζέντα στη Μ. Ανατολή και τις λεπτές ισορροπίες στη ευρύτερη περιοχή που τίθενται σε κίνδυνο. Το πώς διαμορφώνεται ο συσχετισμός δυνάμεων, τι ζητά η Τουρκία, πως εμπλέκονται οι Κούρδοι αλλά και οι Τσετσένοι μαχητές και βέβαια πώς επηρεάζονται οι σχέσεις ΗΠΑ - Ρωσίας είναι επίσης μερικά ακόμη πολύ σημαντικά ερωτήματα.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΙΑΜΑΛΗ
* Τι φοβάται η Άγκυρα σε σχέση με τη ρωσική ανάμειξη στον συριακό εμφύλιο; Μόνον μια πιθανή «παράταση» της παραμονής του Άσαντ στην εξουσία ή και κάτι περισσότερο;
Η Τουρκία έχει θέσει στην κρίση της Συρίας τρεις βασικούς στόχους -δύο στρατηγικούς κι έναν τακτικό- εκ των οποίων δεν έχει υλοποιηθεί κανένας: Πρώτον, την αντικατάσταση του Άσαντ με ένα μετριοπαθές σουνιτικό καθεστώς ελεγχόμενο από αυτήν. Δεύτερον, την αδρανοποήση του κουρδικού στοιχείου της Συρίας, που αποτελεί συγκοινωνούν δοχείο με σημαντικό κομμάτι των Κούρδων της Τουρκίας. Τρίτον, τη δημιουργία μιας ουδέτερης ζώνης στα κοινά σύνορα με τη Συρία ώστε να μπορεί η Άγκυρα να έχει ελευθερία κινήσεων στην υποστήριξη αντικαθεστωτικών ομάδων και στη διεξαγωγή επιχειρήσεων εναντίον των Κούρδων της Συρίας. Ασφαλώς η ρωσική εμπλοκή περιπλέκει την κατάσταση και δυσχεραίνει περαιτέρω την εκπλήρωση των τουρκικών σχεδιασμών.
* Ο Ερντογάν αναμείχθηκε ενεργά στη συριακή σύγκρουση και θέλησε να αναδειχθεί σε κομβικό «παίκτη» της κρίσης, εν μέρει και λόγω του Κουρδικού. Διατηρεί η Μόσχα κανάλια επικοινωνίας με το κουρδικό στοιχείο στη Συρία και πώς βλέπουν οι Κούρδοι της ευρύτερης περιοχής τη ρωσική ανάμειξη στο συριακό δράμα;
Το κουρδικό στοιχείο στη Μ. Ανατολή δεν είναι ενιαίο και σε κάποιες περιπτώσεις συναντούμε αποκλίνοντα συμφέροντα μεταξύ τους. Η Ρωσία θεωρείται μεν μία παραδοσιακά φιλική δύναμη με ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας, ωστόσο η στρατηγική υπομονή που επιδεικνύουν οι Κούρδοι μάλλον δεν τους επιτρέπει να τοποθετηθούν δημόσια για το πώς αντιλαμβάνονται την εμπλοκή της Μόσχας.
Μάχονται με σφοδρότητα το Ισλαμικό Κράτος, αλλά τηρούν σχετική ουδετερότητα μεταξύ Άσαντ και αντικαθεστωτικών, γεγονός που τους έχει φέρει κοντά με τον αμερικανικό παράγοντα. Εξ ου και η πρόθεση της Τουρκίας να κόψει τις γέφυρες μαζί τους, αλλά και η δυσκολία συνεννόησής της με τις ΗΠΑ λόγω της στοχοποίησης των Κούρδων της Συρίας.
Έτσι αποτελούν αυτή τη στιγμή έναν χρήσιμο εταίρο τόσο για τον συνασπισμό δυνάμεων υπό τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για το ασαντικό καθεστώς, στοιχείο το οποίο σκοπεύουν στο μέλλον να κεφαλαιοποιήσουν διασφαλίζοντας τις θέσεις τους σε ένα σκηνικό που την επόμενη μέρα θα είναι, αν μη τι άλλο, σύνθετο και πιθανότατα διχαστικό.
* Λέγεται ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν «έχει τους δικούς του εχθρούς στη Συρία», τους σκληροτράχηλους Τσετσένους μαχητές που αντιμετώπισε ο ρωσικός στρατός στον Καύκασο και οι οποίοι πολεμούν τώρα κατά του Άσαντ στα απομακρυσμένα χωριά των Τουρκμένων, στη βορειοδυτική Συρία. Άλλωστε οι πρώτοι ρωσικοί βομβαρδισμοί είχαν στόχο αυτά τα χωριά. Πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αυτοί οι ισχυρισμοί;
Εκ των σκοπιμοτήτων της ανάληψης στρατιωτικής δράσης, χωρίς να αποτελεί την κύρια, είναι και η εξουδετέρωση των προερχόμενων από τη Ρωσία τζιχαντιστικών στοιχείων που μάχονται στο πλευρό του Ισλαμικού Κράτους. Η Μόσχα προτιμά να τους αντιμετωπίσει και να τους περιορίσει σε περιοχές εκτός Ρωσίας φοβούμενη πως επιστρέφοντας σε αυτή, θα είναι καλύτερα εκπαιδευμένοι και περισσότερο φανατισμένοι και αποφασισμένοι να πλήξουν στόχους στο εσωτερικό της. Εντούτοις η Ρωσία αναλαμβάνει το ρίσκο δαιμονοποίησής της από μέρος του σουνιτικού στοιχείου εισερχόμενη στο κάδρο αυτών που πολεμούν το Ισλαμικό Χαλιφάτο.
Επακόλουθα απαιτούνται λεπτοί χειρισμοί εκ μέρους της ώστε να διατηρήσει ένα βαθμό συνεννόησης με τους σουνίτες, αφενός για την αντιμετώπιση του φαινομένου της παγκόσμιας τρομοκρατίας, αφετέρου και κυρίως για την κατοχύρωση των συμφερόντων της στην ευρύτερη περιοχή και ειδικότερα στη Συρία, όταν αποχωρήσει / ανατραπεί ο Άσαντ. Η ταύτιση του Κρεμλίνου με το σιιτικό στοιχείο της Μ. Ανατολής και πιο συγκεκριμένα το Ιράν και τα πλήγματα σε στόχους της σουνιτικής αντιπολίτευσης στον Άσαντ (πέραν του ISIS) δυσκολεύουν την προσπάθεια προσέγγισης που θα πρέπει να γίνει στο μέλλον με τους σουνίτες και τα σουνιτικά κράτη.
* Ο Ρώσος πρόεδρος "συζητάει" την πρόταση για κοινό μέτωπο των δυνάμεων του Άσαντ και της ένοπλης «υγιούς αντιπολίτευσης» του Ελεύθερου Συριακού Στρατού εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Ο ίδιος μάλιστα αποδίδει την πατρότητα αυτής της ιδέας στον Φρανσουά Ολάντ (αλλά ο Ολάντ το διαψεύδει). Ποιο πραγματικά είναι το σχέδιο του Πούτιν για τη Συρία;
Να διαχωρίσουμε μεταξύ επικοινωνιακών, επιχειρησιακών και ευρύτερα στρατηγικών / διπλωματικών χειρισμών. Η Μόσχα προφανώς αντιλαμβάνεται, παρότι στηρίζει το ασαντικό καθεστώς, ότι κινδυνεύει να απομονωθεί από δυνάμεις οι οποίες θα έχουν λόγο και ρόλο την επόμενη μέρα στη Συρία. Θέλοντας, λοιπόν, να αποφύγει μία τέτοια δυσμενή για τις θέσεις της κατάσταση φέρεται διατεθειμένη να συμβιβαστεί με τις πραγματικότητες που έχουν διαμορφωθεί στη Συρία. Από την άλλη, αυτό θα μπορούσε να είναι και ένα τρικ προκειμένου να δείξει ότι δεν έχει ταμπού στον κοινό στόχο αποτελεσματικής αντιμετώπισης του ISIS, μεταφέροντας την ευθύνη για τυχόν ασυμφωνία στην απροθυμία της συμμαχίας που αντιστρατεύεται τον Άσαντ.
* Η στάση του παρατηρητή, που φαίνεται να έχει υιοθετήσει για την ώρα ο Ομπάμα απέναντι στη ρωσική δράση στη Συρία, υποδηλώνει στάση αναμονής ή όντως κάποια απευθείας συνεννόηση και επαφή με τον Πούτιν;
Η Ρωσία οικοδομούσε και εντατικοποιούσε εδώ και εβδομάδες την παρουσία της στη Συρία εν γνώσει των Αμερικανών, συνεπώς, αν δεν προηγήθηκε κάποιου είδους συνεννόηση, τουλάχιστον υπήρξε ανοχή από πλευράς του αμερικανικού παράγοντα απέναντι στην ανάληψη στρατιωτικής δράσης εκ μέρους της Μόσχας. Ασφαλώς το Κρεμλίνο επιχειρεί να καλύψει τόσο το κενό εξουσίας στη Συρία όσο και τη διπλωματική "τρύπα" που δημιουργείται από την εμφανή διστακτικότητα της Δύσης, αλλά γνωρίζει συνάμα ότι είναι αδύνατο να επιβάλει τη θέλησή του χωρίς την επίτευξη ευρύτερων συνεννοήσεων με σχεδόν όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Η Ουάσιγκτον από τη μεριά της δεν θα μπορούσε να στηρίξει δημόσια τη ρωσική κινητικότητα και είναι υποχρεωμένη να την καταδικάζει, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα κλόνιζε ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη των εταίρων της, οι οποίοι διαπιστώνουν την έλλειψη ουσιαστικού σχεδίου επίλυσης του συριακού καθώς και τη διστακτικότητα ανατροπής του Άσαντ. Φαίνεται πάντως ότι Ρωσία και ΗΠΑ αναζητούν κάποιου είδους σύγκλιση των μέχρι σήμερα διιστάμενων συμφερόντων τους αντιλαμβανόμενες πως η κατάσταση στο εσωτερικό της Συρίας και οι συνέπειές της απαιτούν την εξεύρεση κοινών παρανομαστών.
Ειδάλλως, λόγω της εμπλοκής πολλών παικτών και του πολέμου δι' αντιπροσώπων (proxy wars) που διεξάγεται, ο συριακός εμφύλιος μπορεί να επιφέρει μία γενικευμένη σύρραξη, πέρα από τον πολλαπλασιασμό των προσφυγικών ροών και της αντικειμενικής δυσκολίας επιστροφής τους, εφόσον η αναγκαία καθολική ανασυγκρότηση προϋποθέτει -έστω και προσωρινές- λύσεις που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα.