Τρεις επιστήμονες, ο Σουηδός Τόμας Λίνταλ, ο Αμερικανός Πολ Μόντριτς και ο κουρδικής καταγωγής Τουρκο-Αμερικανός Αζίζ Σαντζάρ, που με το ερευνητικό έργο τους βοήθησαν να γίνει κατανοητή η διαδικασία "επιδιόρθωσης" του DNA, ανοίγοντας έτσι νέους δρόμους στη θεραπεία του καρκίνου, τιμήθηκαν χθες με το βραβείο Νόμπελ Χημείας 2015.
Σε διαφορετικούς τομείς ο καθένας, οι τρεις επιστήμονες εστίασαν τις πολύχρονες έρευνές τους στον ρόλο που παίζουν τα κύτταρα στη διαδικασία αποκατάστασης των βλαβών του DNA, αποκομίζοντας σημαντικό όγκο νέας γνώσης που μπορεί να βρει πρακτική εφαρμογή στην ανάπτυξη θεραπειών για τον καρκίνο.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Σουηδικής Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών, οι τρεις βραβευθέντες "απέδειξαν σε μοριακό επίπεδο τον τρόπο με τον οποίο τα κύτταρα αποκαθιστούν τις βλάβες του DNA και διασώζουν τις γενετικές πληροφορίες. Οι εργασίες τους προσέφεραν θεμελιώδη γνώση για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένα ζωντανό κύτταρο, και η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ανάπτυξη νέων αντικαρκινικών θεραπειών".
Ο κουρδικής καταγωγής Αζίζ Σαντζάρ, γεννημένος το 1946 στο Σάβουρ, μια μικρή πόλη της νοτιο-ανατολικής Τουρκίας, από φτωχή πολυμελή οικογένεια, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, το 1977. Θα μπορούσε να έχει γίνει... επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, αφού η Εθνική ομάδα ελπίδων της Τουρκίας τον ήθελε για τερματοφύλακά της (!) όμως τελικά αποφάσισε να αφοσιωθεί στις σπουδές του. Σήμερα διδάσκει στις ΗΠΑ, στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας. Ο Σαντζάρ ανακάλυψε μια διαφορετική διαδικασία επιδιόρθωσης του DNA για την αποκατάσταση ζημιών που έχουν προκληθεί από τις υπεριώδεις ακτίνες. Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν με γενετικά ελαττώματα σε αυτό το σύστημα "επιδιόρθωσης" του DNA είναι εξαιρετικά ευαίσθητoι στο φως του ήλιου και αντιμετωπίζουν κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του δέρματος.
Ο 77χρονος Σουηδός Τόμας Λίνταλ σπούδασε στη χώρα του, αλλά σήμερα εργάζεται στη Βρετανία, στο Francis Crick Institute του Λονδίνου. "Ηταν έκπληξη. Ηξερα ότι επί σειρά ετών ήμουν σε μια λίστα υποψηφίων μαζί με εκατοντάδες άλλους", δήλωσε μετά την ανακοίνωση της Ακαδημίας.
Ο Πολ Μόντριτς γεννήθηκε το 1946 και έκανε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ της Καλιφόρνιας. Εργάζεται ως ερευνητής στο Howard Hughes Medical Institute της Ουάσινγκτον και είναι καθηγητής Βιοχημείας στο Duke University της Βόρειας Καρολίνας.