Την έκκληση να υπάρξει «αλλαγή κατεύθυνσης» απευθύνει ο Ντομινίκ Στρος Καν (DSK), τέως διευθυντής του ΔΝΤ, με αφορμή την «πολύ κακή τροπή που πήραν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Ε.Ε. και ΔΝΤ». Με το κείμενο του, με τίτλο «Μαθαίνοντας κανείς από τα λάθη του», καλεί τους «φίλους και πρώην συναδέλφους μου να μην επιμείνουν σε έναν δρόμο που θεωρώ ότι είναι αδιέξοδος».
«Ο εξαναγκασμός της Ελλάδας σε υποχώρηση θα δημιουργούσε ένα τραγικό προηγούμενο για την ευρωπαϊκή δημοκρατία και θα μπορούσε να δρομολογήσει μια ανεξέλεγκτη αλυσιδωτή αντίδραση. Και από την άλλη, η συνέχιση του σημερινού προγράμματος, που έχει αποτύχει, η επέκταση της οικονομικής αναλγησίας πέρα από κάθε λογική και η παράταση της αγωνίας και των εντάσεων μεταξύ των δανειστών και των δανειοληπτών θα ήσαν καταστροφικά» γράφει ο Στρος Καν.
Εισαγωγικά, ο ίδιος τονίζει ότι ορθώς έπραξε το ΔΝΤ και μετείχε στο ελληνικό πρόγραμμα στο πλευρό της Ε.Ε., υπογραμμίζοντας ότι «δεν είχε άλλη επιλογή» καθώς η Ελλάδα ήταν ένα κράτος-μέλος που «επιθυμούσε οικονομική βοήθεια και γιατί στα τέλη του 2010 η Ευρωζώνη γινόταν συστημικός κίνδυνος για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα». «Από τη στιγμή που αποφασίστηκε, η αναδιάρθρωση του χρέους μπορούσε αναμφισβήτητα να είναι πιο μαζική αλλά δεν θα μπορούσε να είναι πιο σύντομη», παρατηρεί ο DSK, ο οποίος γράφει ότι, «όπως και να 'χουν τα πράγματα, το ΔΝΤ έκανε λάθη και είμαι έτοιμος να αναλάβω το μέρος της ευθύνης».
Ο τέως επικεφαλής του Ταμείου εξηγεί ότι «η διάγνωση του ΔΝΤ, σύμφωνα με την οποία είχαμε να κάνουμε με ένα κλασικό πρόβλημα δημοσιονομικής κρίσης και κρίσης ισοζυγίου πληρωμών, παραγνώριζε το γεγονός ότι η ημιτελής φύση (κυρίως στο επίπεδο δημοσιονομικής πολιτικής και ρύθμισης του τραπεζικού συστήματος) της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης ήταν η πηγή όλου του προβλήματος και θα έπρεπε να είναι ουσιαστικό στοιχείο της λύσης». «Το ΔΝΤ επίσης υποτίμησε το βάθος των θεσμικών αδυναμιών της Ελλάδας που επέβαλαν πολύ μεγαλύτερη βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας, μια πιο σημαντική τεχνική βοήθεια και δάνεια με πολύ πιο ευνοϊκούς όρους», συνεχίζει ο ίδιος.
Και παρακάτω ο Στρος Καν δεν μασάει τα λόγια του, ασκώντας κριτική στο Ταμείο που διηύθυνε ώς τον Μάιο του 2011, τονίζοντας ότι το ΔΝΤ «θα έπρεπε να είναι πολύ πιο πιεστικό στις συστάσεις του προς την Ευρωζώνη για μια συμμετρική και λιγότερο προ-κυκλική προσαρμογή σε όλη τη Ζώνη». «Έπρεπε επίσης να είχε αντιταχθεί περισσότερο στην ευρωπαϊκή προτίμηση για αυστηρές δημοσιονομικές προσαρμογές καθώς και στον συντηρητισμό των νομισματικών αρχών». Επίσης, το «ΔΝΤ θα έπρεπε επίσης να είναι πιο συγκρατημένο σχετικά με τα αναμενόμενα αποτελέσματα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε ένα περιβάλλον όπου οι δημόσιοι θεσμοί ήσαν και παραμένουν σε μεγάλο βαθμό προβληματικοί».
«Ο κίνδυνος έρχεται τώρα από το ότι είμαστε συλλογικά ανίκανοι να πάρουμε τα μαθήματα της εμπειρίας μας και συνεχίζουμε να στρεφόμαστε ο ένας κατά του άλλου. Στην πραγματικότητα, όλα δείχνουν ότι επιμένουμε στην επανάληψη των ίδιων λαθών και γι' αυτό πιστεύω ότι χρειαζόμαστε να σκεφθούμε διαφορετικά, να αλλάξουμε λογική και να ακολουθήσουμε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα».
Τέλος, ο Στρος Καν προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση. «Η πρότασή μου είναι η Ελλάδα να μη λάβει πλέον καμία νέα χρηματοδότηση από την Ε.Ε. και από το ΔΝΤ αλλά να λάβει μεγάλη παράταση της ληκτικότητας κι μαζική ονομαστική απομείωση του χρέους της έναντι των δημόσιων θεσμών. Η εμμονή σε προηγούμενη δημοσιονομική προσαρμογή στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον είναι οικονομικά και πολιτικά ανεύθυνη. Το να δίνεται περισσότερη βοήθεια μόνο και μόνο για την αποπληρωμή των υπαρχόντων δημόσιων δανειστών, είναι απλώς βλακώδες». Ο ίδιος καλεί να γίνει πράξη η «εποικοδομητική αλλά ασαφής» υπόσχεση του Eurogroup τον Νοέμβριο του 2012 σχετικά με τα μέτρα για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. «Το ίδιο πρέπει να κάνει και το ΔΝΤ και να διασφαλίζει ότι όλες οι αποπληρωμές που προβλέπονται για τα υπόλοιπα δύο χρόνια θα καθυστερήσουν ή θα επαναχρηματοδοτηθούν από τους πόρους που παραμένουν διαθέσιμοι στο πρόγραμμα. Δεν αγνοώ τις δυσκολίες που συνεπάγεται κάτι τέτοιο αλλά αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν».
Οι Έλληνες να κάνουν τις αλλαγές
«Αυτό θα απελευθερώσει την Ελλάδα από όλες τις υποχρεώσεις έναντι του επίσημου τομέα (των δημόσιων θεσμών) για τα δύο επόμενα χρόνια και θα αφήσει τη χώρα ενώπιον μιας δύσκολης δημοσιονομικής πίεσης, αφού δεν θα μπορεί να δανειστεί από τις αγορές, δεν θα λαμβάνει πια πόρους από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ και θα πρέπει να ισορροπήσει μόνη της τον προϋπολογισμό της. Για να τα καταφέρουν οι Έλληνες, θα πρέπει να κάνουν δύσκολες δημοσιονομικές επιλογές αλλά θα τις κάνουν μόνοι τους, με τη δική τους βούληση. Για να τα καταφέρει, η κυβέρνηση θα πρέπει να αρχίσει να εισπράττει φόρους και να μάχεται κατά της ολιγαρχίας, των ιδιωτικών συμφερόντων και της δυσκαμψίας του κρατικού μηχανισμού που υπονομεύουν το φανταστικό δυναμικό της χώρας», καταλήγει ο τέως Διευθυντής του ΔΝΤ.