ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΚΑΚΗ ΜΠΑΛΗ
Όσο κρατούν οι πυρετώδεις διαβουλεύσεις μεταξύ Βρυξελλών και Αθήνας για την κατάρτιση του κειμένου του αιτήματος παράτασης που αναμένεται να στείλει σήμερα η ελληνική κυβέρνηση, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε συνεχίζει να κρατά τους τόνους... ψηλά και να αρνείται να συζητήσει οτιδήποτε άλλο από τη συνέχιση και ολοκλήρωση του υφιστάμενου προγράμματος με τους υφιστάμενους όρους.
Μάλιστα, τόσο στις συνεντεύξεις του όσο και στις οδηγίες που έδωσε στον εκπρόσωπό του, το μήνυμα που έστελνε είναι: «Δεν υπάρχει δανειακή σύμβαση, υπάρχει μόνο πρόγραμμα διάσωσης», «πάρτε το ή αφήστε το». Ο Σόιμπλε επέμενε συνεχώς ότι η ελληνική πλευρά δεν έφερε στο τραπέζι κάτι «συγκεκριμένο, βιώσιμο, δεσμευτικό», ότι το υφιστάμενο πρόγραμμα έχει φέρει ήδη σημαντικά αποτελέσματα χάρη στις «τεράστιες προσπάθειες που έκαναν οι Έλληνες», ότι η Ελλάδα είναι πλέον «σε τροχιά ανάπτυξης και μείωσης της ανεργίας», γι' αυτό και πρέπει να συνεχίσει στο «ίδιο μονοπάτι».
Ακόμη και στις επισημάνσεις των δημοσιογράφων για τη λιτότητα «που σκοτώνει» -με αναφορές στην τεράστια ανεργία των νέων, τα συσσίτια, τα εκατομμύρια των ανασφάλιστων κ.λπ.- ο Σόιμπλε απαντούσε εκνευρισμένα ότι «τα δεδομένα μιλάνε μια άλλη γλώσσα», ότι η Ελλάδα είναι στον δρόμο της ανάκαμψης.
Και πρόσθετε -είτε τον ρωτούσαν είτε όχι- ότι κάποιες χώρες της Ευρωζώνης, που δείχνουν «αμέριστη αλληλεγγύη» στην Ελλάδα, έχουν πολύ χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα από την Ελλάδα και δίνουν πολύ μικρότερους μισθούς και συντάξεις. Σύμφωνα με τον Σόιμπλε, «δεν υπάρχει εύκολος δρόμος προς την ανάκαμψη της οικονομίας» ή, όπως λέει με περισσή ειρωνεία, «εμείς δεν ξέρουμε κανέναν καλύτερο δρόμο».
Καθώς ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών έδωσε τις συνεντεύξεις αυτές, αφού είχε ανακοινώσει η ελληνική κυβέρνηση ότι θα στείλει αίτημα παράτασης στις Βρυξέλλες, ήταν εμφανές ότι ήθελε εξ αρχής να βάλει τους όρους του, κυρίως αυτούς που δεν θα μπορούσε με τίποτε να αποδεχτεί η Αθήνα.
Φρόντισε δε να επαναλάβει τα περί της «λύπης» του για τους Έλληνες που ψήφισαν μια «ανεύθυνη» κυβέρνηση με ακόμη πιο έντονο τρόπο: «Αυτό που με θυμώνει περισσότερο», είπε, είναι ότι, μετά τις θυσίες που έκαναν οι Έλληνες και τις επιτυχίες τους, «τους τύλιξαν με ψεύτικες υποσχέσεις» και θα βγουν από τον «σωστό δρόμο».
Όσο για το ερώτημα εάν υπάρχει πιθανότητα Grexit, ο Σόιμπλε απέφυγε να απαντήσει, είπε το σύνηθες «κανείς δεν σπρώχνει την Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης» και πρόσθεσε ότι αυτή είναι αποκλειστικά απόφαση των Ελλήνων, θυμίζοντας το σκηνικό με το δημοψήφισμα, τον Γιώργο Παπανδρέου και τις Κάννες.
Την «μπετόν» τοποθέτηση Σόιμπλε δεν συμμερίστηκε ο αντικαγκελάριος της γερμανικής κυβέρνησης και υπουργός Οικονομίας Ζίγκμαρ Γκάμπριελ. Ο ηγέτης των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών δήλωσε ότι καλωσορίζει τα μηνύματα από την Αθήνα και την πρόθεση της χώρας για διαπραγματεύσεις. «Είναι καλό που η κυβέρνηση της Ελλάδας προφανώς αποφάσισε να λάβει υπόψη της τα ελληνικά συμφέροντα και όχι μόνο τα κομματικά. Ανακοίνωσαν συζητήσεις στην Ε.Ε. για ένα νέο πρόγραμμα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να υπάρξει πρόοδος» δήλωσε ο Γκάμπριελ κατά τη διάρκεια ομιλίας του.
Στήριξη από την Αριστερά
Πάντως, τουλάχιστον το κόμμα της Αριστεράς είναι σαφώς στο πλευρό της νέας ελληνικής κυβέρνησης, και μάλιστα παρουσίασε προχθές στο Βερολίνο μια πρωτοβουλία με τίτλο «Ελπίδα για ένα δημοκρατικό ξεκίνημα στην Ευρώπη», στην οποία συμμετέχουν κόμματα από τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα και την Ισπανία. Στόχος είναι να δημιουργηθεί από κοινού με τα συνδικάτα μια πλατφόρμα ενάντια στην πολιτική της λιτότητας.
Σύμφωνα με τον συμπρόεδρο της γερμανικής Αριστεράς Μπερντ Ρίξινγκερ, «δεν παίζεται μόνο το μέλλον της Ελλάδας, αλλά όλης της Ευρώπης». Ο Ρίξινγκερ κατηγόρησε τους «νεοφιλελεύθερους δογματικούς» ότι προσπαθούν να κλείσουν την πόρτα που άνοιξε ο ΣΥΡΙΖΑ για μια νέα πολιτική, αλλά και το Eurogroup ότι θέλει να επιβάλει «βίαια» νέες περικοπές στην Ελλάδα, ενώ προειδοποίησε ότι μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ -ως αποτέλεσμα μιας αποτυχίας των διαπραγματεύσεων- θα είναι «η πιο ακριβή εναλλακτική» για τους πολίτες της Ευρώπης.
Σαπέν: Να βρούμε τώρα έναν έντιμο συμβιβασμό
Στην απέναντι πλευρά του Ρήνου οι τόνοι ήταν εντελώς διαφορετικοί, καθώς η Γαλλία φαίνεται ότι επιμένει στον ρόλο γέφυρας μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου. Ο υπουργός Οικονομικών Μισέλ Σαπέν τόνισε ότι η χώρα του επιθυμεί «να εξευρεθεί μια συμφωνία με την Ελλάδα έως τα τέλη αυτής της εβδομάδας». Και μάλιστα επιδίωξή του είναι μια συμφωνία η οποία θα λαμβάνει υπόψη τόσο «την ψήφο των Ελλήνων» όσο και «την τήρηση των ευρωπαϊκών κανόνων».
Γιούνκερ: Εργαζόμαστε για παράταση του προγράμματος
Αλλά και ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ -που βρίσκεται σε ανοιχτή γραμμή με την Αθήνα- δήλωνε χθες σε γερμανικό οικονομικό περιοδικό ότι συνεργάζεται με τον πρόεδρο του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ με στόχο τη συμφωνία επέκτασης του υφιστάμενου προγράμματος για την Ελλάδα: «Η παράταση του προγράμματος θα καλύψει την περίοδο έως το καλοκαίρι» έλεγε και πρόσθετε ότι στόχος είναι «η παράταση να δώσει στην Ευρωζώνη και στην Ελλάδα χρόνο για να συμφωνήσει σε ένα νέο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης για τη χώρα».
Συνολικά η εικόνα από τις επίσημες και ανεπίσημες δηλώσεις που γίνονται σε Βερολίνο και Βρυξέλλες μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: Το μεν Βερολίνο λέει «λεφτά ίσως, όρους οπωσδήποτε», οι δε Βρυξέλλες λένε «λεφτά οπωσδήποτε, όρους ίσως». Οι δεύτερες όχι με την έννοια «θα κάνουμε ό,τι ζητήσει η Αθήνα», αλλά με ένα μείγμα αυστηρότητας και αγωνίας, μήπως σπάσει το σχοινί που τραβάνε οι δύο πλευρές, όπως λένε.
Η αμερικανική παρέμβαση
Αυτή την αγωνία -ή έστω ανησυχία- την έχει και η απέναντι όχθη του Ατλαντικού, με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Τζακ Λιου να προσφέρεται ουσιαστικά να αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή:
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να ασχολούνται με όλα τα μέρη για να ενθαρρύνουν σταθερή πρόοδο τις επόμενες ημέρες» είπε στον Έλληνα ομόλογό του σε χθεσινό τηλεφώνημα, ενώ συνέστησε στην Ελλάδα να συνεργαστεί με την Ευρώπη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ώστε να προχωρήσει εποικοδομητικά προς τα εμπρός, «για να χτίσει πάνω στα θεμέλια που υφίστανται για την προώθηση της ανάπτυξης και των μεταρρυθμίσεων».
Στην αντίθετη περίπτωση και με τον χρόνο να είναι «πολύτιμος», ο Λιου προειδοποίησε ότι η Ελλάδα θα οδηγηθεί «σε άμεσες δυσκολίες», ενώ η Ευρώπη «σε αβεβαιότητα».