H ευρωκρίση επιστρέφει. Οι επικείμενες εκλογές στην Ελλάδα και η πιθανή νίκη του ακροαριστερού ΣΥΡΙΖΑ θα φοβίσουν τους πολιτικούς και τους επενδυτές. Θα αρχίσει και πάλι μια ζοφερή συζήτηση για μια σειρά από φριχτά σενάρια: χρεοκοπία, φυγή κεφαλαίων, προγράμματα διάσωσης, κοινωνική αναταραχή και πιθανή εκδίωξη της Ελλάδας από την Ευρωζώνη.
Είναι σχετικά ταιριαστό ότι η κρίση ξεσπά στο τέλος μιας χρονιάς κατά την οποία οι αγορές καθησυχάστηκαν για το ότι η κρίση του ευρώ είχε ουσιαστικά τελειώσει. Το κόστος δανεισμού των υπερχρεωμένων ευρωπαϊκών χωρών είχε πέσει σημαντικά, κάτι που αντανακλούσε τη διαδεδομένη πεποίθηση ότι η περίφημη υπόσχεση της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας να κάνει "ό,τι χρειάζεται" για να σώσει το ενιαίο νόμισμα είχε απαλείψει τον φόβο κατάρρευσης του ευρώ.
Η ιδέα ήταν πάντοτε αφελής, όπως αποδεικνύουν τώρα οι εξελίξεις στην Ελλάδα. Ο αδύναμος κρίκος αυτής της θεωρίας είναι η ευρωπαϊκή πολιτική ζωή και ιδίως ο κίνδυνος οι ψηφοφόροι να εξεγερθούν κατά της λιτότητας ψηφίζοντας "αντισυστημικά" κόμματα που απορρίπτουν την ευρωπαική συναίνεση για τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωζώνη μπορεί να παραμείνει ενωμένη. Αν αυτή η συναίνεση σπάσει, τότε ο χάρτινος πύργος των χρεών, των διασώσεων και της λιτότητας θα αρχίσει να καταρρέει. Και αυτό ακριβώς βλέπουμε σήμερα στην Ελλάδα.
Η εξέλιξη της κρίσης του ευρώ περιελάμβανε τρία στοιχεία: την πολιτική, τις αγορές και την οικονομία. Όταν τα πράγματα βελτιώνονται, τα τρία στοιχεία μπορούν να δημιουργήσουν έναν ενάρετο κύκλο: οι ψηφοφόροι ψηφίζουν τα συστημικά κόμματα, οι αγορές χαλαρώνουν και τα επιτόκια πέφτουν και επομένως η πραγματική οικονομία βελτιώνεται ενισχύοντας τη θέση του πολιτικού κέντρου. Από την άλλη, μπορεί να προκύψει και ένας φαύλος κύκλος. Το οικονομικά προβλήματα μπορεί να οδηγήσουν σε πολιτική ριζοσπαστικοποίηση που να τρομάξει τις αγορές, με αποτέλεσμα την άνοδο των επιτοκίων, την αύξηση του χρέους και ακόμη περισσότερη λιτότητα, κάτι που τη σειρά του θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη πολιτική ριζοσπαστικοποίηση.
Όσοι ήλπιζαν σε έναν ενάρετο κύκλο στην Ελλάδα επικαλούνταν την επιστροφή στην ανάπτυξη μέσα στο 2014. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι η ανάπτυξη ήταν πολύ αργή και αδύναμη για να αντισταθμίσει τη λαϊκή δυσφορία και τη γενικότερη κατάσταση της χώρας. Η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 25% από την αρχή της κρίσης, η ανεργία των νέων ξεπέρασε το 50% και η αναλογία μεταξύ χρέους και ΑΕΠ έχει αυξηθεί από την έναρξη της κρίσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν είναι δύσκολο κανείς να κατανοήσει την άνοδο αντισυστημικών κομμάτων.
Όπως πάντα, η Ελλάδα αποτελεί μια ακραία αλλά όχι και μοναδική περίπτωση στην Ευρωζώνη. Η λιτότητα οδήγησε και στην άνοδο άλλων ριζοσπαστικών κομμάτων σε άλλες σημαντικές οικονομίες. Στην Ισπανία, το Podemos -ένα αριστερό κόμμα με ιδεολογία παρόμοια με του ΣΥΡΙΖΑ- προηγείται σήμερα στις δημοσκοπήσεις. Στη Γαλλία, το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο κέρδισε τις περισσότερες ψήφους στις ευρωεκλογές του Μαΐου. Στην Ιταλία, οι εξτρεμιστές τόσο από τη Δεξιά όσο και την Αριστερά περιμένουν την αποτυχία της μεταρρυθμιστικής κυβέρνησης του Ματέο Ρέντζι.
Η άνοδος των αντισυστημικών κομμάτων απειλεί την επιβίωση του ευρώ επειδή το ενιαίο νόμισμα βασίζεται στη διατήρηση της συναίνεσης μεταξύ των 18 χωρών που υιοθέτησαν το νόμισμα. Αν οι ηγέτες συγκεντρωθούν σε μία "έκτακτη σύνοδο κορυφής" και δεσμευτούν στη συνέχιση του σχεδίου, τότε θα βρουν έναν τρόπο να παραμείνουν ενωμένοι.
Θεωρητικά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να σπάσει τη συναίνεση. Οι Έλληνες ριζοσπάστες λένε ότι σκοπεύουν να κρατήσουν τη χώρα στην Ευρωζώνη. Το πρόβλημα είναι ότι θέλουν επίσης να διαγράψουν το μισό εξωτερικό χρέος -μια απαίτηση που πιθανό να θεωρηθεί απαράδεκτη από τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωζώνης και ιδίως τη Γερμανία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έχει δίκιο ότι τα χρέη της Ελλάδας είναι ουσιαστικά αδύνατο να αποπληρωθούν. Όμως η πολιτική της παράτασης του χρόνου αποπληρωμής, ενώ υποκρινόμαστε ότι τα χρέη τελικά θα αποπληρωθούν επέτρεψε στη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ να πείσει τους ψηφόφορους της για διαδοχικά προγράμματα διάσωσης. Αν οι Γερμανοί ψηφοφόροι ακούσουν τώρα ότι τα χρέη δεν θα αποπληρωθούν, ενδέχεται να μετακινηθούν προς τα άκρα. Και η ανερχόμενη δύναμη είναι η δεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Υπάρχουν όμως και εξωτερικοί παράγοντες για τους οποίους η Γερμανία θα είναι εξαιρετικά απρόθυμη να υποχωρήσει στον ΣΥΡΙΖΑ. Μια διαγραφή ελληνικού χρέους μπορεί να είναι εφικτή, αλλά θα άνοιγε την πόρτα σε παρόμοιες απαιτήσεις από την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία ή τη Γαλλία.
Είναι εύκολο να δει κανείς πως η Ευρωζώνη θα μπορούσε να εκτροχιαστεί. Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να αποφευχθεί; Οι Έλληνες ψηφοφόροι θα μπορούσαν να φοβηθούν. Το προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ έχει μειωθεί τις τελευταίες ημέρες και θα μπορούσε να ψαλιδιστεί ακόμη περισσότερο όσο πλησιάζουν οι εκλογές. Αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει στα κεντρώα κόμματα να ανασυγκροτηθούν.
Δεύτερον, ακόμη κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ καταλάβει την εξουσία είναι πιθανό το κόμμα να μετριάσει τις απαιτήσεις του όταν βρεθεί αντιμέτωπο με την άβυσσο της χρεοκοπίας. Το να αντικρίζεις άδεια ταμεία βοηθά το μυαλό να συγκεντρωθεί. Οι Γερμανοί, από την άλλη, θα μπορούσαν να κάνουν περισσότερες παραχωρήσεις όταν αναλογιστούν την πιθανή αναρχία που θα προκαλούσε μια ελληνική έξοδος από το ευρώ. Ένας δύσκολος συμβιβασμός φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα στο οποίο στοιχηματίζουν οι αγορές. Αυτό είναι που δείχνει και η πρόσφατη Ιστορία ότι θα συμβεί. Όμως η ιστορία του ευρώ εξακολουθεί να ξεδιπλώνεται. Και δεν υπάρχουν εγγυήσεις για happy end.