Του Μιχάλη ΤΡΙΚΚΑ
Πριν από δύο χρόνια, η μελέτη Global Terrorist Index 2012 αποκάλυπτε με στοιχεία κάτι που πολλοί υποψιάζονταν. Αντί να χτυπήσει τη "διεθνή τρομοκρατία" στη ρίζα της, ο νέος κύκλος επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή προκάλεσε τον πολλαπλασιασμό των εκδηλώσεών της. Η φετινή μελέτη αποδεικνύει ότι η κατάσταση έχει χειροτερέψει πολύ από τότε.
Τα στοιχεία της έκθεσης Global Terrorism Index 2014 είναι ομολογουμένως εντυπωσιακά. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις σε όλο τον κόσμο αυξήθηκαν την περσινή χρονιά κατά 44%, με τα θύματά τους να αυξάνονται κατά 61%. Μέσα στο 2013, καταγράφηκαν περίπου 10.000 τρομοκρατικές επιθέσεις που άφησαν πίσω τους 18.000 νεκρούς.
Σύμφωνα με την έκθεση, ο αριθμός των θανάτων από την τρομοκρατία σε παγκόσμια κλίμακα αυξάνεται σταθερά τα τελευταία 14 χρόνια: από 3.361 το 2000 σε 11.133 το 2012 και σε 17.958 το 2013. Στην έκθεση σημειώνεται ότι και οι τέσσερις οργανώσεις που ευθύνονται για το 66% των θανάτων από τρομοκρατικές ενέργειες παγκοσμίως το 2013 είναι το Ισλαμικό Κράτος, η Μπόκο Χαράμ, οι Ταλιμπάν και η Αλ Κάιντα.
Πού μπορεί να οφείλεται αυτή η έξαρση; Η έκθεση αμφισβητεί τόσο τη λογική όσο και την αποτελεσματικότητα του λεγόμενου "πόλεμου κατά της τρομοκρατίας" που ο Μπους ο Δεύτερος κήρυξε μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Ενός πολέμου που ξεκίνησε με τις εισβολές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ και συνεχίζεται σήμερα από τον πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα στο Πακιστάν, την Υεμένη, τη Σομαλία και τους τελευταίους μήνες στη Συρία και (ξανά) στο Ιράκ. Το οικονομικό κόστος του πολέμου ανέρχεται πλέον στο ιλιγγιώδες ποσό των 4,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ το κόστος σε ανθρώπινες ζωές είναι αδύνατον να εκτιμηθεί καθώς κανείς δεν μετρά τα θύματα που προκαλούν, για παράδειγμα, οι επιθέσεις με drones σε κάποιο απόμακρο χωριό του Πακιστάν.
Η έκθεση Global Terorrism Index ασχολείται μόνο με τα θύματα τρομοκρατικών επιθέσεων και αυτό φυσικά δημιουργεί σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα αφού απουσιάζει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός του φαινομένου της τρομοκρατίας. Το Ινστιτούτο Οικονομικών και Ειρήνης (ΙΕΡ) που συνέταξε τη μελέτη χαρακτηρίζει τρομοκρατία "την απειλούμενη ή πραγματική χρήση παράνομης βίας από μη κρατικούς φορείς για την εκπλήρωση πολιτικών, οικονομικών, θρησκευτικών ή κοινωνικών στόχων μέσω του εκφοβισμού ή του εξαναγκασμού".
Σταθερή αύξηση των θυμάτων
Ακόμη και έτσι όμως παρατηρείται μια σταθερή αύξηση των θυμάτων τα τελευταία χρόνια: Από 3.361 το 2000 έφτασαν τα 11.133 το 2012 για να εκτιναχθούν στα 17.958 το 2013. Οι απολογητές της αμερικανικής στρατηγικής μπορούν να επικαλεστούν τη μείωση στις τρομοκρατικές επιθέσεις που παρατηρήθηκε την τετραετία μετά την ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ το 2007. Την περίοδο αυτή διαδέχτηκε, ωστόσο, μια τριετία εκρηκτικής αύξησης που οφειλόταν κυρίως στο ξέσπασμα του συριακού εμφυλίου και την ανάδυση του Ισλαμικού Κράτους, μιας ακραίας ισλαμιστικής οργάνωσης που είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα υπήρχε σήμερα αν δεν είχε προηγηθεί η εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Ο Στηβ Κιλίλια, επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών και Ειρήνης, κάνει λόγο για "αξιοσημείωτη και ανησυχητική αύξηση της τρομοκρατίας παγκοσμίως" την τελευταία διετία, ενώ προβλέπει ακόμη μεγαλύτερη έξαρση του φαινομένου το επόμενο διάστημα. Οι σχεδιαστές των αντιτρομοκρατικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή μπορεί να υπερηφανεύονται τα τελευταία χρόνια για την εμφανή μείωση της επιρροής της Αλ Κάιντα, ωστόσο η ραγδαία άνοδος του "χαλιφάτου" και του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς.
Με βάση τις εκτιμήσεις του ΙΕΡ, οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους υπολογίζονται σε 20.000, οι αντάρτες των Ταλιμπάν σε 36.000 με 60.000, τα μέλη της Αλ Κάιντα σε 3.700 με 19.000 και του νιγηριανού Μπόκο Χαράμ σε 500 με 9.000. Η έκθεση παρατηρεί ότι η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων το 2013 -ποσοστό 80%- ήταν κάτοικοι πέντε χωρών, ζούσαν στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη Νιγηρία και τη Συρία. Παρά την έξαρση της τρομοϋστερίας και τη σταθερή αυστηροποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας στις χώρες της Δύσης τα τελευταία χρόνια, μόλις το 5% των 107.000 θυμάτων τρομοκρατικών επιθέσεων από το 2000 ζούσαν σε οικονομικά αναπτυγμένες χώρες.
Έξαρση σε πέντε χώρες
Μπορεί τα θύματα της τρομοκρατίας να περιορίζονται κυρίως σε πέντε χώρες, ωστόσο η έκθεση επισημαίνει τη διάχυση του φαινομένου. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι χώρες στις οποίες τα θύματα τρομοκρατικών επιθέσεων ξεπερνούσαν τα 50 ετησίως δεν ξεπερνούσαν τις δέκα. Έγιναν όμως 19 το 2008 και 24 το 2013. Δεκατρείς χώρες χαρακτηρίζονται "υψηλού ρίσκου" για αύξηση των τρομοκρατικών επιθέσεων. Πρόκειται για την Ανγκόλα, το Μπαγκλαντές, το Μπουρούντι, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, την Ακτή του Ελεφαντοστού, την Αιθιοπία, το Ιράν, το Ισραήλ, το Μάλι, το Μεξικό, τη Βιρμανία, τη Σρι Λάνκα και την Ουγκάντα.
Παραλείποντας τις ανθρωπιστικές επεμβάσεις που λειτούργησαν σαν τον μεγαλύτερο στρατολόγο κάθε λογής "χαλιφάτου" τα τελευταία χρόνια, η ΙΕΡ αποδίδει την άνοδο της τρομοκρατίας στις διώξειες μειονοτήτων, την πολιτική αστάθεια, τις μεθόδους κρατικής τρομοκρατίας όπως οι βασανισμοί και οι εξωδικαστικές εκτελέσεις και την άνοδο της εξτρεμιστικής σουνιτικής θεολογίας.
Το Ισλαμικό Κράτος, σημειώνει ο Κιλίλια, "χρειάζεται στρατιωτική απάντηση που όμως από μόνη της δεν αρκεί", καθώς "οι σουνίτες στο Ιράκ έχουν πολλές βάσιμες ανησυχίες". Η έκθεση καταλήγει με την υπογράμμιση ότι οι πιο αποτελεσματικές στρατηγικές για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας τα τελευταία 50 χρόνια είναι η "αστυνόμευση" και "η έναρξη μιας πολιτικής διαδικασίας".
"Οι στρατηγικές αυτές αποτέλεσαν τον βασικό λόγο για τον τερματισμό του 80% των τρομοκρατικών οργανώσεων. Μπορεί να ειπωθεί ότι μόλις το 10% πέτυχε τους στόχους του και ότι μόνο το 7% νικήθηκε με καθαρά στρατιωτικούς όρους" καταλήγει η έκθεση.