ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΚΑΚΗ ΜΠΑΛΗ
Η «ατομική βόμβα», όπως φοβόταν η γαλλική εφημερίδα Figaro, δεν πυροδοτήθηκε. Με συνοπτικές διαδικασίες βρέθηκε ένας συμβιβασμός μεταξύ Κομισιόν και Γαλλίας και δεν απορρίφθηκαν τα σχέδια προϋπολογισμού της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης, παρά το γεγονός ότι ξεκάθαρα παραβιάζουν τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας. Τελικά επικράτησε η συνήθης ψυχραιμία, όταν αφορά τις ισχυρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ο απερχόμενος επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Γίρκι Κατάινεν αποφάνθηκε ότι δεν διαπιστώθηκαν στα σχέδια προϋπολογισμών τόσο της Γαλλίας όσο και της Ιταλίας, «πολύ σημαντικές» παραβιάσεις του Συμφώνου.
Την αναδίπλωση της Κομισιόν, την οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, επιθυμούσε και η γερμανική καγκελαρία, ώστε να αποφευχθεί μια κλιμάκωση της πολιτική κόντρας μεταξύ Βερολίνου και Παρισιού, μεταξύ των «καλών» μαθητών της λιτότητας και των άλλων στην Ευρώπη, τη βοήθησε η κίνηση... καλής θέλησης από πλευράς των Γάλλων και των Ιταλών, οι οποίοι βγήκαν στο παρά πέντε να δείξουν ότι δεν αγνοούν πλήρως τη θεματοφύλακα των Συνθηκών.
Αυτό σημαίνει ότι οι δύο χώρες έκαναν μεν ένα βήμα πίσω στη δήλωσή τους, προ μηνός, ότι «έως εδώ ήταν η λιτότητα» και βρήκαν να περικόψουν 3,6 δισεκατομμύρια ευρώ η Γαλλία και 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ η Ιταλία από τα σχέδια του προϋπολογισμού τους για το 2015, πλην όμως οι περικοπές ήταν πολύ μικρότερες από αυτές που θα απαιτούσε η τήρηση των κανόνων -κι είχαν και μια δόση δημιουργικής λογιστικής.
Έτσι η Κομισιόν βάφτισε το κρέας ψάρι και οι υπουργοί Οικονομικών της Γαλλίας και της Ιταλίας Μισέλ Σαπέν και Κάρλο Παντοάν κήρυξαν τη... διένεξη λήξασα.
Βέβαια, ο κανόνας για το δημόσιο έλλειμμα λέει ότι το 2015 η Γαλλία θα έπρεπε να το μειώσει στο 3%. Στο αρχικό σχέδιο του προϋπολογισμού το έλλειμμα για το 2015 υπολογίστηκε στο 4,3% του γαλλικού ΑΕΠ. Μετά τις περικοπές που ανήγγειλε ο Σαπέν για να εξευμενίσει τις Βρυξέλλες, υπολογίζεται ότι θα φτάσει το 4,1%. Κοντολογίς, ζητούσαν από τη Γαλλία να ρίξει το έλλειμμα κατά 1,3 μονάδες και τελικά ικανοποιήθηκαν με τη μείωσή του κατά 0,2 μονάδες.
Αλλά και στην περίπτωση της Ιταλίας οι περικοπές για τις οποίες δεσμεύτηκε ο Παντοάν είναι πολύ μικρότερες από αυτές που θα ικανοποιούσαν τους κανόνες του Συμφώνου. Η Ιταλία δεν παραβιάζει μεν το όριο του ελλείμματος με το 2,9% του ΑΕΠ που υπολογίζει για το 2015, ωστόσο, για να ικανοποιήσει τον κανόνα για τη μείωση του χρέους, θα έπρεπε να ρίξει το έλλειμμα στο 1,7% το 2015 και να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό της το 2016. Αντ' αυτού πήρε από μόνη της παράταση για άλλον ένα χρόνο -εφόσον το επιτρέψει η κατάσταση της οικονομίας, σύμφωνα με τη διατύπωση του πρωθυπουργού της χώρας Ματέο Ρέντζι.
Ήταν ο συμβιβασμός νίκη των Γαλλοϊταλών και υποχώρηση του Βερολίνου; Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Ναι μεν το Παρίσι και η Ρώμη δεν θα σφίξουν επικίνδυνα το ζωνάρι για να τηρήσουν τους κανόνες, ελπίζοντας ότι έτσι δεν θα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κλυδωνιζόμενη οικονομία τους, αλλά ο συμβιβασμός με την Κομισιόν ήταν μόνο η αρχή για τη χαλάρωση της λιτότητας.
Για να πάρει πάλι μπρος η οικονομία της Ευρώπης χρειάζονται επενδύσεις, κυρίως δημόσιες, όπως έχει παραδεχτεί και ο νέος πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ κι έχει προαναγγείλει ένα επενδυτικό σχέδιο 300 δισεκατομμυρίων ευρώ για την ερχόμενη πενταετία. Όμως αυτά τα λεφτά δεν υπάρχουν - και δεν θα υπάρξουν εάν δεν συναινέσει το Βερολίνο, που ονειρεύεται ακόμη ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και «ανάπτυξη χωρίς δανεικά». Οπότε το πραγματικά μεγάλο παζάρι δεν έχει μπει ακόμη στην τελική του φάση και δεν πρόκειται να τελειώσει πριν από τη σύνοδο κορυφής του Δεκεμβρίου, το νωρίτερο.
Μέχρι στιγμής, όλα τα μηνύματα από το Βερολίνο δείχνουν ότι η καγκελάριος Μέρκελ θα μείνει σκληρή μέχρι τέλους και θα αποδεχτεί μόνο μίνι συμβιβασμούς του τύπου, π.χ., της μικρής αύξησης κεφαλαίου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων -και επ' ουδενί λόγω τη χρήση των λιμναζόντων κεφαλαίων του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης ESM, ώστε να χρηματοδοτηθούν μεγάλα ευρωπαϊκά έργα υποδομής.
Ωστόσο, η Μέρκελ έχει αποδείξει ότι μπορεί να αναδιπλωθεί όταν το απαιτούν οι εσωτερικές πιέσεις. Κι αυτές εκτιμάται ότι θα αυξηθούν, καθώς η γερμανική οικονομία μπαίνει σε φάση στασιμότητας -αυτό τουλάχιστον φοβούνται οι μάνατζερ της βιομηχανίας- ενώ και ο πληθωρισμός επιμένει επικίνδυνα κάτω από το 1%.