Του Μιχάλη Τρίκκα
Αν η μυστηριώδης καταδίωξη του "αγνώστου υποβρυχίου" στα ανοιχτά της Σκανδιναβίας πριν από μερικές μέρες ήταν το προμήνυμα, η ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Άμυνας αυτή την εβδομάδα άφησε ελάχιστες αμφιβολίες για το γεγονός ότι το επόμενο μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου θα είναι πραγματικά παγωμένο.
Ο υπουργός Άμυνας Σεργκέι Σόιγκου αποκάλυψε την Τετάρτη ότι μέχρι τον επόμενο χρόνο η Ρωσία θα είναι σε θέση να "αντιμετωπίζει κάθε απρόσκλητο επισκέπτη" στην Αρκτική, δήλωση ενδεικτική τόσο της κτητικής διάθεσης όσο και του αναβαθμισμένου ενδιαφέροντος του Κρεμλίνου για την περιοχή. Για να διασφαλίσει τον έλεγχο της Αρκτικής, η Ρωσία εμφανίζεται διατεθειμένη να στήσει εκτεταμένο δίκτυο ραντάρ που θα καλύπτουν μια τεράστια χιλιομετρική ζώνη, να αναβιώσει δύο παλιές στρατιωτικές βάσεις υποβρυχίων της Σοβιετικής Ένωσης και να κατασκευάσει 13 αεροδρόμια ικανά να φιλοξενήσουν αεροσκάφη για μακρινές πτήσεις.
Από το 1993, το αμερικανικό περιοδικό Atlantic Monthly χαρακτήριζε την Αρκτική το "τελευταίο μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου". Ακόμη και η εξαιρετικά ενδοτική Ρωσία του Γέλτσιν θεωρούσε ότι η περιοχή είχε εξαιρετική στρατηγική σημασία για να εγκαταλειφθεί. Ο βασικός λόγος για τον οποίο η Αρκτική παρέμεινε τόσο σημαντική είναι απλός: Δεν ανήκει σε κανέναν και αποτελεί ίσως τη ζώνη του πλανήτη με τις λιγότερες διεθνείς ρυθμίσεις. Ακόμη και το διάστημα αποτελεί αντικείμενο περισσότερων διεθνών συνθηκών και κανόνων.
Το αυξανόμενο όμως ενδιαφέρον για την περιοχή τα τελευταία χρόνια οφείλεται κατά κύριο λόγο στην κλιματική αλλαγή. Το παγωμένο μέρος του Αρκτικού Ωκεανού μειώθηκε πέρσι στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών. Και δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που εκτιμούν ότι σε μερικές δεκαετίες ο πάγος θα μπορούσε να εξαφανιστεί οριστικά στη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών.
Όλα αυτά πιθανό να είχαν μικρή σημασία για τον έλεγχο της περιοχής αν οι επιστήμονες δεν εκτιμούσαν επίσης ότι το ένα τέταρτο των ενεργειακών πόρων του πλανήτη που δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί βρίσκονται εκεί. Πολλοί μιλούν για μια "δεύτερη Μέση Ανατολή" με κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που αντιπροσωπεύουν αντιστοίχως το 17% και το 30% των παγκόσμιων αποθεμάτων.
Και έπειτα υπάρχει το λεγόμενο "Βορειοανατολικό Πέρασμα", ένας θαλάσσιος διάδρομος που θα μπορούσε να συνδέει την Ασία και τις ΗΠΑ αν κάποτε ελευθερωνόταν ολοκληρωτικά από τους πάγους. Το νέο πέρασμα θα άλλαζε τον χάρτη της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας παρέχοντας μια εναλλακτική λύση στο κανάλι του Σουέζ. Η άμεσα ενδιαφερόμενη Νορβηγία θεωρεί δεδομένο το άνοιγμα του περάσματος μέσα σε μία δεκαετία. Πριν από μερικά χρόνια, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Γιόνας Γκαρ Στορ δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του για την επερχόμενη περιβαλλοντική καταστροφή.
"Η άνοδος της θερμοκρασίας στην Αρκτική είναι διπλάσια από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Σύντομα δεν θα υπάρχουν πάγοι το καλοκαίρι. Και αυτό θα ανοίξει νέες διαδρομές και στρατηγικά ζητήματα σε όλο τον κόσμο" σημείωσε υποστηρίζοντας ότι η διέλευση από το συγκεκριμένο πέρασμα θα μειώσει τη διαδρομή από το Ρότερνταμ της Ολλανδίας στη Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας κατά 40% και φυσικά θα απαλλάξει μια και καλή τις ναυτιλιακές εταιρείες από τον κίνδυνο τον σύγχρονων πειρατών.
Πέρσι, ο Καναδάς -ακόμη μια χώρα που ενδιαφέρεται άμεσα για την περιοχή- ανακοίνωσε ότι προεκτείνει τα χωρικά ύδατα της χώρας μέχρι τον Βόρειο Πόλο. Τα ΜΜΕ της χώρας έκαναν λόγο για συμβολική κίνηση, που ωστόσο υπογραμμίζει το αυξημένο ενδιαφέρον της χώρας για την περιοχή. Συμβολική ήταν και η κίνηση της Ρωσίας, που το 2007 βύθισε ένα κάνιστρο που περιείχε τη ρωσική σημαία στον ωκεανό κάτω από τον Βόρειο Πόλο.
Τα τελευταία χρόνια όμως, τα πράγματα άρχισαν να ξεφεύγουν απο το συμβολικό πεδίο. Τον περσινό Δεκέμβριο, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν διέταξε τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας να επεκτείνουν την παρουσία τους στην Αρκτική χαρακτηρίζοντας την περιοχή "ζωτικής σημασίας" για το οικονομικό μέλλον και την ασφάλεια της Ρωσίας. Δύο μήνες πριν, ο στρατός είχε αρχίσει την ανακατασκευή δύο παλιών σοβιετικών βάσεων στο Μουρμάνσκ.
Λίγο αργότερα, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Τσακ Χέιγκελ ανακοίνωσε ότι το Πεντάγωνο πρόκειται να "αναπτύξει" τις υποδομές και δυνατότητές του στην Αρκτική προκειμένου να εγγυηθεί την ασφάλεια της Αλάσκας διασφαλίζοντας παράλληλα την "ελευθερία των θαλασσών". Απομένει να φανεί τι ακριβώς εννοεί το Πεντάγωνο με αυτή την ανάπτυξη. Για την Χέδερ Κόνλι, ειδικό σε θέματα Αρκτικής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών της Ουάσιγκτον, πρόκειται για "μακροπρόθεσμο ενδιαφέρον που δεν απαιτεί άμεση προσοχή".
Το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον αναμένεται πάντως να αναθερμανθεί σημαντικά αν αρχίσουν να ανακαλύπτονται τα μεγάλα ενεργειακά κοιτάσματα για τα οποία σήμερα υπάρχουν μόνο εκτιμήσεις. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, η πετρελαϊκή Shell, που ήδη έχει δαπανήσει έξι δισεκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις στην περιοχή, ζήτησε την ανανέωση της άδειας της για γεωτρήσεις κατά μία ακόμη πενταετία μετά τη λήξη της παρούσας σύμβασης το 2017.
Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία, με μια Αρκτική ακτογραμμή που ξεπερνά τα 40.000 χιλιόμετρα, έχει τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα για την εξερεύνηση και την εκμετάλλευση της περιοχής. Το βασικότερο όπλο της είναι τα 38 ειδικά παγοθραυστικά που διαθέτει -υπερδιπλάσια από τα πλοία όλων των υπόλοιπων αρκτικών χωρών- και ο μοναδικός στόλος πυρηνικών παγοθραυστικών στον κόσμο.
Αν αναλογιστεί κανείς ότι και οι τέσσερις αρκτικές χώρες (ΗΠΑ, Καναδάς, Νορβηγία, Δανία) που έχει να ανταγωνιστεί η Ρωσία για τον έλεγχο της περιοχής αποτελούν μέλη του ΝΑΤΟ δεν δυσκολεύεται να εξηγήσει τα σχέδια του Κρεμλίνου για στρατιωτικοποίηση της περιοχής. Αποτελεί όμως αυτή μονόδρομο; Μάλλον όχι. Παρά τις όποιες διακηρύξεις και την ανακατασκευή κάποιων παλιών στρατιωτικών βάσεων, η περιοχή της Αρκτικής παραμένει εξαιρετικά εχθρική για τον άνθρωπο και οι επενδύσεις εκεί υπερβολικά δαπανηρές.
Δεν προκαλεί έκπληξη επομένως το γεγονός ότι την ώρα που η Ρωσία αναφέρεται όλο και πιο συχνά στην περιοχή σαν μια ζώνη στρατηγικής σημασίας για την ίδια, οι γεωτρήσεις της παραμένουν στα ρωσικά χωρικά ύδατα στα ανοιχτά της Σιβηρίας. Για πολλούς αναλυτές, η Μόσχα θεωρεί την Αρκτική ως βασική ενεργειακή πηγή της στον 21ο αιώνα και επομένως έχει κάθε κίνητρο να διασφαλίσει τη σταθερότητα και όχι τη στρατιωτική κλιμάκωση που εκτός των άλλων θα είχε απαγορευτικό κόστος για το Κρεμλίνο.