Η παγκόσμια οικονομία δεν είναι σε καλή κατάσταση. Τα νέα από την Αμερική και τη Βρετανία ήταν σχετικά θετικά, όμως η οικονομία της Ιαπωνίας εξακολουθεί να παραπαίει και η ανάπτυξη της Κίνας έχει επιβραδυνθεί. Υπάρχουν απρόβλεπτοι κίνδυνοι, ιδίως η επιδημία Έμπολα που έχει σκοτώσει χιλιάδες στη Δυτική Αφρική και τεντώνει τα νεύρα σε ολόκληρο τον κόσμο. Όμως η μεγαλύτερη οικονομική απειλή μακράν προέρχεται από την ηπειρωτική Ευρώπη.
Τώρα που η γερμανική ανάπτυξη σκόνταψε, η Ευρωζώνη είναι στο κατώφλι της τρίτης ύφεσης μέσα στην τελευταία εξαετία. Οι ηγέτες της σπατάλησαν δύο χρόνια σε μια ανάπαυλα που χαρακτηρίστηκε από την υπόσχεση του Μάριο Ντράγκι, προέδρου της ΕΚΤ, να κάνει "οτιδήποτε χρειαστεί" για να σώσει το ενιαίο νόμισμα.
Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί έχουν αποφύγει τις δομικές μεταρρυθμίσεις, ενώ οι Γερμανοί επιμένουν στην υπερβολική λιτότητα. Οι τιμές πέφτουν σε οκτώ ευρωπαικές χώρες. Το επίπεδο του πληθωρισμού στη ζώνη έχει υποχωρήσει κατά 0,3% και ενδέχεται να πέσει ραγδαία μέσα στον επόμενο χρόνο. Μια περιοχή που παράγει σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής οδεύει προς τη στασιμότητα και τον αποπληθωρισμό.
Οι αισιόδοξοι, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της Ευρώπης, συχνά επικαλούνται το παράδειγμα της Ιαπωνίας. Έπεσε στον αποπληθωρισμό στα τέλη της δεκαετίας του '90 με δυσάρεστες, αλλά όχι καταστροφικές συνέπειες τόσο για την ίδια όσο και για τον υπόλοιπο κόσμο. Όμως η Ευρωζώνη θέτει πολύ μεγαλύτερους κινδύνους.
Αντίθετα από την Ιαπωνία, η Ευρωζώνη δεν αποτελεί μια μεμονωμένη περίπτωση: από την Κίνα μέχρι την Αμερική, ο πληθωρισμός βρίσκεται ανησυχητικά χαμηλά με μειωτικές τάσεις. Και αντίθετα με την Ιαπωνία, που διαθέτει μια ομογενή, στωική κοινωνία, η Ευρωζώνη δεν μπορεί να κρατήσει τη συνοχή της αν παραταθεί για χρόνια η οικονομική σκλήρωση και οι πτωτικές τιμές. Καθώς το βάρος του χρέους αυξάνεται από την Ιταλία μέχρι την Ελλάδα, οι επενδυτές θα φύγουν, λαϊκιστές πολιτικοί θα κερδίσουν έδαφος και -αργά ή γρήγορα- το ευρώ θα καταρρεύσει.
Παρ' ότι πολλοί Ευρωπαίοι, ειδικά οι Γερμανοί, έχουν μάθει να φοβούνται τον πληθωρισμό, ο αποπληθωρισμός μπορεί να αποδειχτεί ακόμη πιο ανελέητος. Αν οι άνθρωποι και οι εταιρείες περιμένουν τη μείωση των τιμών, τότε σταματούν να ξοδεύουν και καθώς η μείωση συρρικνώνεται, τα δάνεια παύουν να αποπληρώνονται. Αυτό ήταν που συνέβη στη Μεγάλη Ύφεση, με ιδιαίτερα καταστροφικές συνέπειες για τη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του '30.
Είναι επομένως ανησυχητικό ότι από τις 46 χώρες, οι κεντρικές τράπεζες των οποίων στοχεύουν τον πληθωρισμό, οι 30 υπολείπονται των στόχων τους. Κάποιες μειώσεις τιμών είναι ευπρόσδεκτες. Η υποχώρηση της τιμής του πετρελαίου, ιδίως, αύξησε τα εισοδήματα των καταναλωτών. Όμως οι μειωμένες τιμές και οι στάσιμοι μισθοί οφείλονται περισσότερο στην ασθενή ζήτηση και στο γεγονός ότι 45 εκατομμύρια εργαζόμενοι είναι χωρίς δουλειά στις πλούσιες χώρες του ΟΑΣΕ.
Οι επενδυτές αρχίζουν να περιμένουν χαμηλότερο πληθωρισμό ακόμη και σε οικονομίες όπως η αμερικανική, που σήμερα βρίσκονται σε ανάπτυξη. Και το χειρότερο είναι ότι τα μεσοπρόθεσμα επιτόκια βρίσκονται κοντά στο μηδέν σε πολλές οικονομίες, με αποτέλεσμα οι κεντρικές τράπεζες να μην μπορούν να τα μειώσουν για να τονώσουν την κατανάλωση. Το μοναδικό πολεμοφόδιο προέρχεται από την ποσοτική χαλάρωση και άλλες μορφές εκτύπωσης χρήματος.
Ο παγκόσμιος στασιμοπληθωρισμός είναι ένας καλός λόγος για τις περισσότερες κεντρικές τράπεζες να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική. Είναι επίσης, μακροπρόθεσμα, μια προτροπή να εξετάσουμε την αναθεώρηση των στόχων του πληθωρισμού μια ιδέα προς τα πάνω. Όμως το άμεσο πρόβλημα παραμένει η Ευρωζώνη.
Η οικονομία της ηπειρωτικής Ευρώπης έχει πολλές υποβόσκουσες αδυναμίες, από τα αρνητικά δημογραφικά στοιχεία μέχρι το βαρύ χρέος και τη σκλήρωση των αγορών εργασίας. Έχει κάνει όμως και τεράστια πολιτικά λάθη. Η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία αποφεύγουν δομικές μεταρρυθμίσεις που θα αύξαιναν την ανάπτυξη.
Η Ευρωζώνη είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στον αποπληθωρισμό εξαιτίας της επιμονής της Γερμανίας στην υπερβολική δημοσιονομική λιτότητα και της διστακτικότητας της ΕΚΤ. Ακόμη και τώρα, που οι οικονομίες συρρικνώνονται, η Γερμανία έχει ακόμη εμμονή με τη μείωση των ελλειμμάτων, ενώ η αντίθεσή της στη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής σημαίνει ότι η ΕΚΤ, προς προφανή απελπισία του Μάριο Ντράγκι, έχει κάνει λιγότερα από άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες όσον αφορά την ποσοτική χαλάρωση.
Ακόμη κι αν υπήρχε κάποτε λογική σε κάτι τέτοιο, σήμερα δεν υπάρχει. Καθώς οι προϋπολογισμοί συρρικνώνονται και η ΕΚΤ πασχίζει να πείσει ότι κάνει ό,τι μπορεί για να σταματήσει τη μείωση των τιμών, μια κάθοδος στον αποπληθωρισμό φαίνεται εξαιρετικά πιθανή. Σημάδια έντασης αρχίζουν να εμφανίζονται τόσο στις αγορές όσο και στην πολιτική. Τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων αυξήθηκαν απότομα, καθώς η υποστήριξη προς το αριστερό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ αυξάνεται. Η Γαλλία και η Γερμανία ανταλλάσσουν ρητορικά χτυπήματα για τον νέο προϋυπολογισμό που επεξεργάζεται το Παρίσι.
Αν η Ευρώπη θέλει να σταματήσει την επιδείνωση της οικονομίας, θα πρέπει να θέσει τέλος στην αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της. Το ΕΚΤ πρέπει να αρχίσει να αγοράζει κρατικά ομόλογα. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ θα πρέπει να επιτρέψει στη Γαλλία και την Ιταλία να επιβραδύνουν τον ρυθμό των δημοσιονομικών περικοπών τους - σε αντάλλαγμα, αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να επιταχύνουν τις δομικές μεταρρυθμίσεις. Η Γερμανία, που μπορεί να δανείζεται χρήμα με αρνητικά επιτόκια, θα μπορούσε να ξοδέψει περισσότερα σε υποδομές της χώρας.
Όλα αυτά θα βοηθούσαν, αλλά δεν θα ήταν αρκετά. Η κατάσταση θυμίζει λίγο τα πρώτα χρόνια της κρίσης στην Ευρωζώνη, πριν ο Μάριο Ντράγκι δώσει την υπόσχεσή του για το "οτιδήποτε χρειαστεί". Θυμίζει την περίοδο κατά την οποία οι μισές λύσεις μόνο τροφοδοτούσαν την κρίση. Το πρόβλημα είναι ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία απαγορεύει πολλές κλασικές λύσεις, όπως την αγορά νέων κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ.
Η καλύτερη νομική λύση θα ήταν ο συνδυασμός της δραματικής αύξησης των δαπανών για τις κρατικές υποδομές με την αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ. Τότε η Ευρωπαική Τράπεζα Επενδύσεων θα μπορούσε να προωθήσει την επέκταση επενδύσεων, όπως οι ταχύτερες σιδηροδρομικές συγκοινωνίες ή η ενοποίηση των δικτύων ηλεκτρισμού, και ταυτόχρονα να συγκεντρώσει τα χρήματα που απαιτούνται για την έκδοση ομολόγων, τα οποία η ΕΚΤ θα μπορούσε να αγοράσει στην δευτερογενή αγορά. Άλλη μια δυνατότητα θα ήταν η αναθεώρηση των κανόνων της Ε.Ε. για τα ελλείμματα ώστε να αποκλείονται οι επενδυτικές δαπάνες. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στις κυβερνήσεις να διατηρούν μεγαλύτερα ελλείμματα, με την ΕΚΤ να εξασφαλίζει ένα δίχτυ ασφαλείας.
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται το πρόβλημα της πολιτικής βούλησης. Η Μέρκελ και οι Γερμανοί φαίνονται διατεθειμένοι να αναλάβουν δράση μόνο όταν το ενιαίο νόμισμα βρίσκεται στα πρόθυρα της καταστροφής. Σε όλη την Ευρώπη, άνθρωποι υποφέρουν - στην Ιταλία και την Ισπανία η ανεργία των νέων είναι πάνω από 40%. Οι ψηφοφόροι εξέφρασαν την οργή τους για το status quo στις ευρωπαϊκές εκλογές του καλοκαιριού. Παρόλα αυτά, είδαν ελάχιστες αλλαγές. Ακόμη μια κάθοδος στην άβυσσο θα δοκιμάσει την υπομονή τους. Και άπαξ ο αποπληθωρισμός σφίξει τη λαβή του γύρω από την οικονομία, εκείνη πολύ δύσκολα θα ελευθερωθεί. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν έχουν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους.