Σε κινεζικά χέρια πέρασε ένα μέρος των μετοχών της μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας της Ιταλίας, της Mediobanca, καθώς το επενδυτικό ταμείο της Κίνας αγόρασε το 2% των μετοχών της. Σύμφωνα με τους Financial Times, η κίνηση αυτή δείχνει την επιθυμία της Κίνας για μακροχρόνιες επενδύσεις στην περιφέρεια της Ευρωζώνης.
Η αγορά του πακέτου μετοχών αυτό τον μήνα από το ταμείο, που αποτελεί τον επενδυτικό βραχίονα της κεντρικής τράπεζας της Κίνας, έγινε γνωστή χθες με ανακοίνωση της ιταλικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και αποτελεί την τελευταία επένδυσή του στην τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
To κινεζικό ταμείο έχει καταβάλει περισσότερα από 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ για την αγορά πακέτων μετοχών, περίπου 2% το καθένα, σε πέντε από τις μεγαλύτερες ιταλικές εταιρείες: τη FIAT Chrysler Automobiles, την Telecom Italia, την Prysmian και τους κρατικά ελεγχόμενους ενεργειακούς ομίλους Eni και Enel. Η κίνηση δείχνει ότι ο ημιαυτόνομος επενδυτικός βραχίονας της κινεζικής κεντρικής τράπεζας αποκλίνει από την παραδοσιακά συντηρητική στρατηγική του, καθώς οι αποδόσεις για στοιχεία ενεργητικού σταθερού εισοδήματος μειώθηκαν τα τελευταία χρόνια.
Η Ιταλία περιλαμβάνεται στις χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο των κινεζικών επενδύσεων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, με συνολικό ύψος επενδύσεων που εκτιμάται στα 5 δισεκατομμύρια ευρώ. "Δεν νομίζω ότι πρόκειται για στρατηγικές επενδύσεις, θεωρώ ότι είναι χρηματοοικονομικές επενδύσεις και ότι θα συνεχιστούν", δήλωσε οικονομολόγος του πανεπιστημίου του Τρέντο, προσθέτοντας: "Εάν κανείς πιστεύει ότι το ευρώ θα διατηρηθεί, είναι καλύτερο να επενδύσει σε χαμηλό παρά σε υψηλό σημείο του οικονομικού κύκλου".
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει με ενθουσιασμό τις κινεζικές επενδύσεις στην οικονομία της χώρας, ενώ είναι λίγες οι ενδείξεις αρνητικών πολιτικών αντιδράσεων για τα κεφάλαια που ρέουν από το Πεκίνο. "Πρέπει να φέρουμε περισσότερη Κίνα στην Ιταλία και να πάμε περισσότερη Ιταλία στην Κίνα", δήλωσε ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντζι την περασμένη εβδομάδα κατά τη συνάντησή του στη Ρώμη με τον Κινέζο ομόλογό του Λι Κεκιάνγκ και την υπογραφή εμπορικών συμφωνιών αξίας 8 δισεκατομμυρίων ευρώ μεταξύ των δύο χωρών.