ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Κάκη Μπαλή
Οι οικονομολόγοι που συμμετέχουν στις δημοσκοπήσεις του Bloomberg δεν έχουν λόγο να μασάνε τα λόγια τους ούτε να λαμβάνουν υπόψη τις πολιτικές ευαισθησίες των κυβερνήσεων - ούτε καν των ισχυρών. Αποφάνθηκαν, λοιπόν, χθες ότι «τελικά δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα» η πρόθεση της κυβέρνησης Σαμαρά να βγει πρόωρα από την επιτήρηση, αφού μετρήθηκε από τις αγορές και απορρίφθηκε άνευ επαίνων. Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι από την πλευρά τους προσπαθούν να είναι πιο κομψοί έναντι του Έλληνα πρωθυπουργού, αποφεύγουν να πουν ξεκάθαρα "δεν σε εμπιστευόμαστε χωρίς Μνημόνιο". Αλλά ταυτόχρονα δεν θέλουν να επιστρέψουν στο επάρατο 2011- 2012, με την Ελλάδα να σέρνει τον χορό του Ζαλόγγου για την Ευρωζώνη υπό την πίεση των αγορών.
Μετά την προχθεσινή ομοβροντία των δηλώσεων στήριξης της Ελλάδας από την Κομισιόν, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης ESM, πάντα υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν οι δεσμεύσεις του τρέχοντος Μνημονίου και θα ακολουθήσει μια «συνετή» έξοδος της χώρας από το Μνημόνιο, υπό την -ενδεχομένως διακριτικότερη- επιτήρηση που θα συνοδεύει μια προληπτική γραμμή πίστωσης, βγήκε χθες και το Βερολίνο να συνταχθεί με τους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών θεσμών.
«Η Γερμανία ταυτίζεται με την πρόθεση της Ευρωζώνης να στηρίξει την Ελλάδα έως ότου η χώρα επιστρέψει στις χρηματαγορές» δήλωσε η εκπρόσωπος του υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Αλλά, όπως μονότονα επαναλαμβάνουν όλοι οι Γερμανοί αξιωματούχοι από το 2010, προαπαιτούμενο είναι η «πλήρης εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής». Η εκπρόσωπος του Σόιμπλε φρόντισε να εμφανιστεί καθησυχαστική -προς τις αγορές και το γερμανικό κοινό- λέγοντας ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει «αξιοσημείωτη πρόοδο» με τις μεταρρυθμίσεις, η οποία αντικατοπτρίζεται σε «βελτιωμένους οικονομικούς δείκτες», πλην όμως για να επιστρέψει η εμπιστοσύνη των αγορών απαιτούνται «η συνέχιση του μεταρρυθμιστικού έργου και η εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων».
Στο ερώτημα πώς σχολιάζει το υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας την πρόθεση της Ελλάδας να βγει πρόωρα στις αγορές, η εκπρόσωπος απάντησε γενικόλογα ότι αυτός ήταν ο στόχος του προγράμματος, ωστόσο το πώς ακριβώς θα «συνοδεύσει» η Ευρωζώνη την Ελλάδα σ' αυτή την έξοδο θα συζητηθεί έως το τέλος του χρόνου και αφού ολοκληρωθεί η τρέχουσα αξιολόγηση του προγράμματος από την τρόικα.
Υπενθυμίζεται ότι εδώ και δεκατέσσερις μήνες, από τον Αύγουστο του 2013, ο Σόιμπλε επαναλαμβάνει με περισσότερη ή λιγότερη έμφαση ότι μπορεί η Ελλάδα να χρειαστεί ένα τρίτο πακέτο - και οι εταίροι είναι διατεθειμένοι να το δώσουν. Πάντα εννοείται συνοδεία όρων και προϋποθέσεων. Το αν το πακέτο θα βαφτιστεί «προληπτική γραμμή πίστωσης» ή «χρηματοδοτικό απόθεμα» λίγη σημασία έχει - αρκεί να στέλνει το μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν θα παρεκκλίνει από τη... φιλοσοφία του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.
Να θυμίσουμε ότι πιέσεις για κάποιο είδος «συνοδείας» στις έξοδό τους από τα δικά τους Μνημόνια είχαν δεχτεί και η Ιρλανδία και η Πορτογαλία - αλλά δίχως αυτή την ένταση τόσο από τους εταίρους όσο και από τις αγορές.
Οι αναλυτές και το πολιτικό ρίσκο
Πέρα από τους ερωτηθέντες από το Bloomberg εξέφρασαν την... αγωνία τους για μια πρόωρη έξοδο της Ελλάδας από την επιτήρηση και οι αναλυτές του οίκου αξιολόγησης Moody's και της επενδυτικής τράπεζας Credit Suisse. «Αυξάνεται το ρίσκο χρηματοδότησης της Ελλάδας, δεδομένων και των αυξημένων χρηματοδοτικών αναγκών για την επόμενη χρονιά», υποστηρίζει η Moody's και προσθέτει ότι «πιθανότατα ο ρυθμός των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα επιβραδυνόταν εάν η Ελλάδα δεν είναι αντιμέτωπη με τους αυστηρούς όρους που συνοδεύουν ένα πρόγραμμα». Επιπλέον ο οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι η πρόσφατη ψήφος εμπιστοσύνης που έλαβε η κυβέρνηση δεν αποκλείει το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών στις αρχές του 2015 εάν ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν καταφέρει να εξασφαλίσει την πλειοψηφία των τριών πέμπτων στη Βουλή για τον υποψήφιο που θα προτείνει για την προεδρία της χώρας, «εξέλιξη που θα καθιστούσε λιγότερο προβλέψιμη τη μελλοντική πολιτική».
Το ενδεχόμενο των πρόωρων εκλογών... προβληματίζει και την Credit Suisse, που προβλέπει πέντε μήνες αβεβαιότητας για την Ελλάδα, «οι οποίοι ενδέχεται να περιορίσουν την ανάκαμψη και να περιπλέξουν το μεταρρυθμιστικό έργο».
Οι αναλυτές της σημειώνουν ότι οι αγορές ταρακουνήθηκαν από την πρόθεση της κυβέρνησης να εγκαταλείψει πρόωρα το πρόγραμμα της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, αλλά προσθέτουν ότι η αναταραχή στο χρηματιστήριο θα πρέπει να ιδωθεί και στο πλαίσιο της αυξανόμενης δημοτικότητας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και εν μέσω μιας γενικευμένης τάσης αποφυγής ρίσκου διεθνώς, λόγω της αμφισβήτησης της παγκόσμιας και ιδίως της ευρωπαϊκής ανάκαμψης.
Η ελβετική τράπεζα παίζει και με τα σενάρια της επόμενης μέρας -μετά τις ενδεχόμενες πρόωρες εκλογές. Και εκτιμά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μάλλον δεν θα μπορεί να κυβερνήσει μόνος του, οπότε «το πρόβλημα έγκειται τόσο σε μια πιθανώς παρατεταμένη αβεβαιότητα στη σύσταση νέας κυβέρνησης, αλλά και στη στάση της όποιας νέας κυβέρνησης. Ένα σενάριο κατά την Credit Suisse θα ήταν «ένας συνασπισμός του ΣΥΡΙΖΑ με τη Δημοκρατική Αριστερά και το Ποτάμι, που θα υποδήλωνε μια πιο παραδοσιακή κεντροαριστερή προσέγγιση σε σχέση με έναν συνασπισμό του ΣΥΡΙΖΑ με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, για παράδειγμα, που έχουν πιο εθνικιστική προσέγγιση και αντιτίθενται έντονα σε Ε.Ε. και ΔΝΤ».
Πάντως, οι Ελβετοί τραπεζίτες δεν φοβούνται τη... συντέλεια του κόσμου: «Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ζητά έξοδο από την Ευρωζώνη. Είναι πιο πιθανό, εν κατακλείδι, μια νέα κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ να έλθει σε νέα συμφωνία με Ε.Ε. και ΔΝΤ -μετά από μια βέβαιη περίοδο μεταβλητότητας- σε σχέση με ένα πιο ριζοσπαστικό σενάριο, όπως την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ».
Όσον αφορά τη στρατηγική εξόδου από το Μνημόνιο, η Credit Suisse εκτιμά ότι η ελληνική κυβέρνηση θα συμβιβαστεί με ένα μειωμένο επίπεδο επιτροπείας και όρων, με κάποιου τύπου πρόγραμμα. Επίσης, εκτιμά ότι και το ΔΝΤ πιθανότατα θα παραμείνει, με κάποιες αλλαγές ίσως στους όρους και τα χαρακτηριστικά του προγράμματος. Σχετικές αποφάσεις, πάντως, δεν αναμένονται πριν από τις αρχές Δεκεμβρίου.
Με το ενδεχόμενο να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ η επόμενη κυβέρνηση στην Ελλάδα της κρίσης ασχολείται και η εφημερίδα Sueddeutsche του Μονάχου, καθώς θεωρεί ότι είναι «εξαιρετικά δύσκολο» να βρει η κυβέρνηση 180 βουλευτές που θα ψηφίσουν τον επόμενο πρόεδρο: «Αυτό προκαλεί εκνευρισμό στην ελληνική κυβέρνηση και στις αγορές, γιατί φαίνεται να είναι εμφανές ποιος θα είναι ο νικητής των εκλογών: ο ριζοσπαστικός ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα. Ο Τσίπρας θέλει την επιστροφή στην περίοδο πριν από την κρίση, υπόσχεται το τέλος των στερήσεων, αύξηση των συντάξεων, μείωση της φορολογίας και καταγγελία της δανειακής σύμβασης. Ο Τσίπρας είναι λαϊκιστής και πολιτικός προβοκάτορας, αυτό όμως δεν μειώνει τη θελκτικότητα των προαναγγελιών του», υποστηρίζει η σχολιαστής της εφημερίδας. Ταυτόχρονα κατηγορεί τα νυν συγκυβερνώντα κόμματα ότι προσπάθησαν να προστατεύσουν τον στενό κύκλο της πολιτικής τους πελατείας από τη θεραπεία σοκ των τεσσάρων τελευταίων χρόνων: «Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η χώρα υποφέρει από το ότι η κρίση δεν έγινε ευκαιρία ούτε οδήγησε σε πραγματικές πολιτικές αλλαγές, για μια νέα αρχή, κι αυτό ενισχύει το στρατόπεδο των ριζοσπαστών».