Live τώρα    
Η Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με την αναποτελεσματικότητα των αεροπορικών βομβαρδισμών σε Συρία και Ιράκ / Αόρατος εχθρός, ορατό αδιέξοδο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με την αναποτελεσματικότητα των αεροπορικών βομβαρδισμών σε Συρία και Ιράκ / Αόρατος εχθρός, ορατό αδιέξοδο

Του Μιχάλη ΤΡΙΚΚΑ

Τα τηλεφωνήματα του Μπάρακ Ομπάμα σε Παρίσι και Λονδίνο και η έκτακτη συνάντηση στην Ουάσιγκτον στρατιωτικών εκπροσώπων από τις 21 χώρες που συγκροτούν την άτυπη συμμαχία κατά του Ισλαμικού Κράτους απλώς επιβεβαίωσαν το προφανές: οι αεροπορικές επιδρομές δεν μπορούν να νικήσουν τους τζιχαντιστές, οι οποίοι συνεχίζουν σχεδόν ανενόχλητοι την προέλασή τους σε Συρία και Ιράκ.

"Σε αυτό το σημείο, ο πόλεμος κατά του Ισλαμικού Κράτους μπορεί να θεωρηθεί μόνο αποτυχημένος" αναγνωρίζει η Ουάσιγκτον Ποστ. Δύο μήνες αεροπορικών βομβαρδισμών δεν στάθηκαν ικανοί όχι μόνο να αποτρέψουν την πολιορκία της κουρδικής πόλης Κομπάνι στη Βόρεια Συρία αλλά και να μεταβάλουν τους συσχετισμούς σε βάρος των τζιχαντιστών στα εδάφη που καλύπτει το "χαλιφάτο" τους. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ ουσιαστικά παραδέχτηκε την αποτυχία προαναγγέλοντας την πτώση του Κομπάνι, που, όπως είπε, δεν "καθορίζει την στρατηγική" του συνασπισμού.

Ποια είναι όμως η αμερικανική στρατηγική; Όπως την περιέγραψε στο CNN η Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου Σούζαν Ράις, είναι "η αεροπορική υποστήριξη των ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας, των Κούρδων και, μακροπρόθεσμα, της μετριοπαθούς συριακής αντιπολίτευσης προκειμένου να κερδίσουν έδαφος και τελικά να νικήσουν το Ισλαμικό Κράτος".

Ακόμη όμως κι αν θεωρήσει κανείς το Κομπάνι σαν προσωρινή αποτυχία σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο (ο πρώην επικεφαλής του Πενταγώνου Λέον Πανέτα τον υπολόγισε σε 30 χρόνια), πώς μπορεί να παραβλέψει τις εξελίξεις στο Ιράκ; Από τις αρχές Οκτωβρίου και ενώ τα φώτα της δημοσιότητας στρέφονταν στην πολιορκία της κουρδικής πόλης, οι αντάρτες του Ισλαμικού Κράτους καταλάμβαναν νέα εδάφη και ενίσχυαν σημαντικά τις θέσεις τους στην επαρχία Άμπαρ, φτάνοντας σε απόσταση βολής από την πρωτεύουσα Βαγδάτη.

Το 2001, η αεροπορική εκστρατεία κατά των Ταλιμπάν διήρκησε 76 μέρες και περιελάμβανε 17.500 επιδρομές μέχρι οι χερσαίες δυνάμεις που υποστήριζαν οι ΗΠΑ (η Βόρεια Συμμαχία) να επικρατήσουν. Η σημερινή αεροπορική εκστρατεία στη Συρία και στο Ιράκ διαρκεί ήδη 60 μέρες και περιλαμβάνει μόλις 334 επιδρομές. Το γεγονός φυσικά δεν οφείλεται στη μετριοπάθεια του Πενταγώνου, που πάντοτε υποστήριζε εκστρατείες τύπου "σοκ και δέος". Οφείλεται κυρίως στη δυσκολία να εντοπιστούν στόχοι για να χτυπηθούν.

Ο πόλεμος από αέρος είναι ελάχιστα αποτελεσματικός όταν ο εχθρός αποτελείται από μικρές, ευέλικτες ομάδες ανταρτών που έχουν τη δυνατότητα να διεισδύουν με ευκολία σε αστικά κέντρα. Το Πεντάγωνο θα αντιμετώπιζε τις ίδιες δυσκολίες και στο Αφγανιστάν αν προηγουμένως δεν είχε στείλει χιλιάδες "στρατιωτικούς συμβούλους" με βασική δουλειά να προσδιορίζουν στόχους για τα αμερικανικά μαχητικά.

Ο στρατός - φάντασμα

Το δεύτερο βασικό πρόβλημα είναι η απουσία ενός αξιόπιστου συμμάχου που θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο μιας ιρακινής "Βόρειας Συμμαχίας". Η ευκολία με την οποία οι δυνάμεις του Ισλαμικού Κράτους κατέλαβαν τεράστιες εκτάσεις του Βόρειου Ιράκ στις αρχές του καλοκαιριού είναι ενδεικτική. Χιλιάδες Ιρακινοί στρατιώτες λιποτάκτησαν ή εγκατέλειψαν τις θέσεις τους μέσα σε λίγα 24ωρα, παραδίδοντας τεράστιες ποσότητες οπλισμού στα χέρια των ανταρτών.

Παρά τα δισεκατομμύρια δολάρια που ξόδεψε και τους χιλιάδες στρατιωτικούς συμβούλους που έστειλε ως εκπαιδευτές, η Ουάσιγκτον απέτυχε παταγωδώς να δημιουργήσει έναν αξιόμαχο στρατό. Πέρα από την προφανή δυσκολία να βρεθούν στρατιώτες που θα θυσίαζαν τη ζωή τους για το κατοχικό καθεστώς, ο αναδομημένος στρατός που συγκρότησαν οι ΗΠΑ μετά την ανατροπή του Σαντάμ ήταν εξαρχής ένας στρατός-φάντασμα. Τα περισσότερα μέλη του ούτε καν εμφανίζονταν στα στρατόπεδα, δίνοντας ένα μέρος του μισθού τους σε αξιωματικούς για να τους καλύπτουν.

Και φυσικά, όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες, η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά. Πολλά δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου παραδέχονται ότι αρκετές από τις 14 ταξιαρχίες του ιρακινού στρατού έχουν σήμερα "εξανεμιστεί", παρ' ότι το Πεντάγωνο προτιμά τον ευφημισμό "μη επιχειρησιακές". Στρατιωτικές πηγές που επικαλείται η εφημερίδα New York Times ανέφεραν τον Ιούνιο ότι 60 από τα 243 τάγματα μάχης του ιρακινού στρατού "δεν μπορούν να εντοπιστούν και όλος ο εξοπλισμός τους έχει χαθεί".

Κούρδοι και σιίτες

Με αυτά τα δεδομένα δεν προκαλεί έκπληξη ότι η μόνη δύναμη που μπόρεσε ώς τώρα να προβάλει κάποια αντίσταση στην προέλαση των τζιχαντιστών ήταν οι Κούρδοι Πεσμεργκά. Ακόμη κι εκείνοι όμως δεν μπορούν να συγκροτήσουν τη χερσαία δύναμη που θα ήθελαν οι ΗΠΑ. Ειδικεύονται στον ανταρτοπόλεμο και όχι στις μεγάλες τακτικές επιχειρήσεις και φυσικά πολύ δύσκολα θα πολεμούσαν έξω από εδάφη με κουρδικούς πληθυσμούς.

Απομένουν οι σιιτικές πολιτοφυλακές, που πράγματι κατέγραψαν κάποιες επιτυχίες σε βάρος των τζιχαντιστών τους τελευταίους μήνες. Αποτελούν όμως μέρος του προβλήματος και ένα ακόμη παράδειγμα της ασύλληπτης σεχταρτιστικής βίας που γέννησε στο Ιράκ η ξένη επέμβαση και κατοχή: οι διωγμοί που έχουν εξαπολύσει αναγκάζουν σήμερα τους σουνίτες να επιλέξουν ανάμεσα στην προσφυγιά ή την ένταξη στο Ισλαμικό Κράτος. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ελέγχονται κυρίως από την Τεχεράνη, γεγονός που φυσικά τις καθιστά ελάχιστα αξιόπιστο σύμμαχο για τις ΗΠΑ.

"Οι ιρακινές δυνάμεις χωρίς Αμερικανούς συμβούλους είναι ανίκανες να νικήσουν το Ισλαμικό Κράτος. Και οι αεροπορικές επιδρομές χωρίς Αμερικανούς να εντοπίζουν τους στόχους δεν επαρκούν" συνοψίζει το αδιέξοδο ο Τζο Ναγκλ, πρώην στρατιωτικός που υπηρέτησε στο Ιράκ και σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Χάβερφορντ. Ο ίδιος υπολογίζει σε δεκάδες χιλιάδες τους "συμβούλους" που θα έπρεπε να αποσταλούν στο Ιράκ προκειμένου να επιτύχει η σημερινή στρατηγική. "Μιλάμε για αμερικανική κατοχή όπως εκείνη του 2007" συμπληρώνει. Οπότε, πάμε πάλι από την αρχή...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0