Εκατόν δώδεκα μέρες κράτησε η αγωνία του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, από τις 7 Μαρτίου που του έδωσε το χρίσμα η πολιτική ομάδα της Ευρωδεξιάς μέχρι το απόγευμα της περασμένης Παρασκευής που αποδέχτηκαν οι πρωθυπουργοί της Ευρώπης να δοκιμάσει την τύχη του ως πρόεδρος της επόμενης Κομισιόν. Μετά από μια μακρά κι ασυνήθιστα πολωμένη Σύνοδο Κορυφής οι «28» αποφάσισαν να εισηγηθούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την εκλογή του πρώην πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου στο τιμόνι της... κυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι περισσότεροι δεν το έκαναν με ενθουσιασμό -εξαίρεση αποτελεί ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αντώνης Σαμαράς-, αλλά είτε υπό την πίεση του αποτελέσματος των ευρωεκλογών και του νέου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είτε παζαρεύοντας ανταλλάγματα.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκει αναμφισβήτητα η καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, που άργησε πολύ να «αγκαλιάσει» την υποψηφιότητα Γιούνκερ, παρά το γεγονός ότι ανήκει στη δική της πολιτική οικογένεια. Στη δεύτερη κατηγορία, ανήκουν οι Γάλλοι και πρωτίστως οι Ιταλοί, οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις των οποίων επέβαλαν την υπόσχεση για μια κάποια χαλάρωση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας, ως αντάλλαγμα για τη στήριξη του ευρωδεξιού Μίστερ Γιούρο στην προεδρία της Κομισιόν.
Θεωρητικά, λοιπόν, ο μεγάλος νικητής αυτής της συνόδου ήταν ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντζι, αλλά πάντα με την προϋπόθεση ότι η «ευελιξία» που υπόσχεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας θα πάρει σάρκα και οστά στα τέλη της χρονιάς, όταν η νέα Κομισιόν θα... συγκεκριμενοποιήσει τις αποφάσεις της συνόδου, καθορίζοντας ποιες ακριβώς μεταρρυθμίσεις θα χρηματοδοτηθούν χωρίς να μετρηθεί το κόστος τους στο έλλειμμα και ποια αναπτυξιακά μέτρα θα θεωρούνται «νόμιμα», ακόμη κι αν αυγατίζουν το χρέος.
Η δήλωση του απερχόμενου προέδρου της Κομισιόν Ζοζέ Μπαρόζο, μετά το πέρας της συνόδου, ότι καλωσορίζει «τη δέσμευση όλων των Ευρωπαίων ηγετών στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο και την απόφαση για εφαρμογή του με ευελιξία σε όποια χώρα χρειαστεί και αναλόγως με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες της», αφήνει πολλαπλά περιθώρια ερμηνείας. Πάντως, η απόφαση αυτή σίγουρα είναι ένα πρώτο βήμα, μακριά από τη... θρησκευτική προσήλωση στους κανόνες του Συμφώνου, που ήθελαν η Γερμανία και οι σύμμαχοί της στην επιβολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας στους υπόλοιπους.
Ο μεγάλος ηττημένος της συνόδου -κι αυτό δεν αποτέλεσε έκπληξη- ήταν ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, ο οποίος έδωσε τη μάχη όλων των μαχών να κόψει τον Γιούνκερ, χωρίς επιτυχία. Μάλιστα, έδειξε ότι δεν ξέρει και να χάνει, καθώς μετά τη σύνοδο έσπευσε να προειδοποιήσει τους ομολόγους του ότι θα μετανιώνουν όλη τους τη ζωή για την επιλογή Γιούνκερ -για την ακρίβεια την... υποταγή τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο Κάμερον αφενός θεωρούσε τον Γιούνκερ ακατάλληλο για τη θέση, ως υπερβολικά φεντεραλιστή, αλλά και υπερβολικά κομμάτι του ευρωπαϊκού κατεστημένου, άρα ανίκανου να δρομολογήσει τις μεταρρυθμίσεις που θέλει η Βρετανία. Αφετέρου θεωρεί επικίνδυνη την αναβάθμιση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έναντι των ηγετών της Ε.Ε.
Στις 16 Ιουλίου θα γίνει η ψηφοφορία στην Ευρωβουλή για τον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και οι πιθανότητες να πάρει μια άνετη πλειοψηφία - τις ψήφους των ευρωδεξιών, των ευρωσοσιαλιστών και των φιλελευθέρων- είναι μεγάλες. Κι αυτό διότι το χρίσμα που έλαβε πάει πακέτο με την υποχρέωση να εντάξει στις προγραμματικές του δηλώσεις για τη δράση της Κομισιόν την επόμενη πενταετία περισσότερες αναπτυξιακές δράσεις και λιγότερη λιτότητα.
Το παζάρι για τη... δοσολογία θα είναι σκληρό και θα συνδυαστεί με το παζάρι για τα χαρτοφυλάκια της νέας Κομισιόν. Τη θέση του επιτρόπου Οικονομικών Υποθέσεων, αυτή που είχε μέχρι τώρα ο Όλι -«καλό κουράγιο»- Ρεν, διεκδικούν με αξιώσεις η Ισπανία και δευτερευόντως η Ιταλία, χώρες του Νότου και οι δύο, που χρειάζονται απελπισμένα τη χαλάρωση του δημοσιονομικού κορσέ. Να σημειωθεί, πάντως, ότι, όσο σημαντικό ρόλο κι αν παίζουν τα πρόσωπα, οι συνθήκες παραμένουν εν ισχύι, μέχρι να βρεθεί τρόπος -και συσχετισμοί δυνάμεων- για να αναθεωρηθούν. Οπότε οι προσδοκίες για σημαντική αλλαγή πλεύσης είναι, αν όχι υπερβολικές, τουλάχιστον πρόωρες.
Σκληρό παζάρι αναμένεται και για τα άλλα σημαντικά πόστα, από το χαρτοφυλάκιο της Ενέργειας και της Εξωτερικής Πολιτικής μέχρι την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Για το πρώτο θα κονταροχτυπηθούν Γερμανία και Βρετανία, με τη Μέρκελ να θέλει διακαώς να διατηρήσει τον Γκίντερ Έτινγκερ και τον Κάμερον να θέλει μέσω αυτής της θέσης να καθορίσει τις σχέσεις Ε.Ε. - Ρωσίας.
Ανοιχτά είναι όλα για τη διαδοχή της βαρόνης Άστον, τη θέση της οποίας διεκδικεί η Ιταλία με την υπουργό της επί των Εξωτερικών Φεντερίκα Μογκερίνι, ενώ φαβορί για την προεδρία του Συμβουλίου θεωρείται η πρωθυπουργός της Δανίας, Χέλε Τόρινγκ - Σμιτ, η οποία ανήκει στο στρατόπεδο των ευρωσοσιαλιστών, αλλά λέγεται ότι έχει και τις ευλογίες του Κάμερον.
Το πού θα κάτσει η μπίλια για όλα αυτά τα πόστα αναμένεται να κριθεί στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. που θα γίνει στις 16 Ιουλίου.