Ήταν ήδη σταρ στην πατρίδα του πολύ πριν φτάσει στο Χόλιγουντ, το 2012. Τριάντα χρόνια ηθοποιός στη Συρία, είχε παίξει σε 43 ταινίες, σε δεκάδες θεατρικά και σε εκατοντάδες σίριαλ, τα αποκαλούμενα "μοσάλ-σαλάτ", τις αραβικές σαπουνόπερες της TV. Άλλοτε υποδυόταν τον κακοποιό, άλλοτε τον αξιωματικό του στρατού ή τον γιατρό, άλλοτε τον... πρίγκηπα. Στη Δαμασκό, δεν μπορούσε να περπατήσει στον δρόμο δίχως να γίνει λεία των θαυμαστών του. "Το να πάω μόνος μου για ψώνια ήταν ένας εφιάλτης", θυμάται ο Τζιχάντ Αμπντό.
Πριν τρία χρόνια κι ενώ η συριακή εξέγερση ήταν ήδη σε εξέλιξη, ο 51χρονος Τζιχάντ είχε ρόλο πρωταγωνιστή σ' ένα δημοφιλές πολιτικό θρίλερ της συριακής TV με τον χαρακτηριστικό τίτλο "Ραγισμένος απ' τη μήτρα". Έπαιζε έναν γιατρό που αποκάλυπτε τα βασανιστήρια των θυμάτων της μυστικής αστυνομίας, της διαβόητης Μουκαμπαράτ, φόβο και τρόμο του καθεστώτος.
Παρά τον ασφυκτικό αυταρχισμό του Άσαντ, η τηλεόραση της Συρίας είχε καταφέρει τα τελευταία χρόνια να δημιουργήσει έναν αντικατοπτρισμό ελεύθερου λόγου. "Ευαίσθητα" ζητήματα όπως η διαφθορά, οι σχέσεις των δύο φύλων, η τρομοκρατία, ακόμα και η κατάχρηση εξουσίας από τις παντοδύναμες υπηρεσίες ασφαλείας, παρουσιάζονταν μ' ένα τρόπο που δημιουργούσε στο κοινό ψευδαίσθηση ελεύθερης έκφρασης. Μάλιστα, το συγκεκριμένο σίριαλ έγινε αντικείμενο επικοινωνιακής εκμετάλλευσης από το καθεστώς. Πολλοί έσπευσαν να χειροκροτήσουν τον Άσαντ που δεν διστάζει να αντιμετωπίσει θέματα-ταμπού - εφόσον βέβαια η κριτική δεν στρέφεται εναντίον του. Πρόσφερε στο καθεστώς του μια εικόνα μεταρρυθμιστικής ανοχής. Όμως, αυτό δεν ήταν παρά η βιτρίνα, ένας ακόμη ρόλος...
Επιστροφή στην πραγματικότητα
Η ζωή και η καριέρα του Τζιχάντ πήραν άσχημη τροπή μετά από μια συνέντευξη που έδωσε στους Los Angeles Times τον Αύγουστο του 2011, σ' ένα ταξίδι του στη γειτονική Βηρυτό. Η ρεπόρτερ τον ρώτησε πώς είναι η πραγματική ζωή στη Συρία. Ο Τζιχάντ αρνήθηκε στην αρχή να μιλήσει, αλλά στη συνέχεια ενέδωσε. Της είπε ότι η μυστική αστυνομία κι ο στρατός συλλαμβάνουν και σκοτώνουν κόσμο. Τον ίδιο μήνα, ο Αλί Φαρζάτ, ο πιο γνωστός γελοιογράφος της Συρίας, ξυλοκοπήθηκε άγρια από πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών, του έσπασαν τα χέρια. Όσα είπε ο Τζιχάντ στην αμερικανική εφημερίδα για την «πραγματική ζωή στη Συρία» δημοσιεύθηκαν την άλλη ημέρα με τ' όνομά του...
Όταν γύρισε πίσω, η μέχρι τότε άνετη και απροβλημάτιστη ζωή του στη Δαμασκό άρχισε να καταρρέει. Οι απειλές και ο συστηματικός εκφοβισμός διαδέχθηκαν το κυνηγητό των θαυμαστών του για αυτόγραφα. Άγνωστοι τον σταματούσαν στον δρόμο και τον έβριζαν, τού έλεγαν να βγει στην τηλεόραση και να ζητήσει συγγνώμη απ' τον Άσαντ, έσπασαν τα παράθυρα του αυτοκινήτου του πολλές φορές. Καταλάβαινε πως αν δεν ήθελε να καταλήξει σε κάποιο σκοτεινό κελί, έπρεπε να σηκωθεί και να φύγει όσο ήταν ακόμα καιρός...
Στην Αμερική
Τον Οκτώβριο του 2011 εγκατέλειψε την Συρία και ζήτησε πολιτικό άσυλο στις ΗΠΑ, όπου βρίσκονταν ήδη η γυναίκα του για σπουδές. Πήγε στο Λος Άντζελες και άρχισε να ψάχνει για δουλειά στη βιομηχανία του θεάματος. Πρώτα βέβαια έπρεπε ν' αλλάξει τ' όνομά του, το άκουσμά του και μόνον προκαλούσε υστερία. Έτσι, ο Τζιχάντ έγινε... Τζέι και οι οντισιόν άρχισαν. Ο επαγγελματισμός του, το ότι μιλά τέσσερις γλώσσες και το ότι παίζει επαγγελματικά βιολί, δεν τον βοήθησαν να βρει κάποιο ρόλο.
Επί πολλούς μήνες ζούσε με τη γυναίκα του σ' ένα μοτέλ για πελάτες του πληρωμένου έρωτα. Για να τα βγάλει πέρα, έπιασε δουλειά σε ανθοπωλείο και μοίραζε ανθοδέσμες. Μετά, ντελίβερι στην Domino's Pizza και στο τέλος γκαρσόνι σε ιταλικό εστιατόριο. «Αισθανόμουν σαν ένα φυτό που το είχαν ξεριζώσει απ' το χώμα του και το φύτεψαν σε λάθος μέρος» είπε πρόσφατα σε συνέντευξή του.
Όλο αυτό το διάστημα έπαιζε αφιλοκερδώς σε ταινίες φοιτητών σχολών κινηματογράφου και σ' ένα τηλεοπτικό ριάλιτι. Προς το τέλος του 2012, έπαιξε σε μια 93λεπτη κωμωδία, μια ανεξάρτητη παραγωγή χαμηλού προϋπολογισμού με τον χαρακτηριστικό τίτλο... "We've Got Balls". Η τύχη του άνοιξε τελικά πέρυσι το φθινόπωρο, όταν ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Βέρνερ Χέρτζοκ του πρόσφερε έναν ρόλο δίπλα στη Νικόλ Κίντμαν στην ταινία του «Βασίλισσα της Ερήμου». Μετά ήρθε και η δεύτερη επιτυχία: συμπρωταγωνιστής με τον Τομ Χανκς στην ταινία «Ένα ολόγραμμα για τον βασιλιά», που θα βγει στις αίθουσες του χρόνου. Ο Τζιχάντ κατάφερε να γίνει ένα ανερχόμενο αστέρι του Χόλιγουντ, μ' έναν τρόπο που ούτε ο ίδιος είχε φανταστεί ποτέ...
***
Αγώνας για το νερό παντού
Είναι μια χρεοκοπημένη πόλη-φάντασμα. Το αμερικανικό μεσοαστικό όνειρο δεν έχει πια θέση στο Ντιτρόιτ. Η άλλοτε κραταιά "πρωτεύουσα" της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας βουλιάζει στη φτώχεια και την κοινωνική κρίση, αλλά αυτό δεν αγγίζει τις τοπικές αρχές. Αυτές έχουν άλλα σχέδια...
Ο δήμος συνεχίζει να αυξάνει τις τιμές του νερού. Τα τελευταία δέκα χρόνια τα τιμολόγια αυξήθηκαν κατά 119%, όταν το ίδιο διάστημα ο αριθμός των κατοίκων που έπεσαν κάτω απ' το όριο της φτώχειας αυξήθηκε κατά 40%. Για πολλούς δημότες είναι αδύνατον πια να πληρώσουν -και- τους λογαριασμούς του νερού...
Φέτος τον Μάρτιο, η Υπηρεσία Ύδρευσης και Αποχέτευσης του Δήμου του Ντιτρόιτ (DWSD) ανακοίνωσε ότι θ' αρχίσει να κόβει την παροχή νερού σ' όσους χρωστούν, υπολογίζοντας πως το "μέτρο" αφορά 1.500 ώς 3.000 καταναλωτές την εβδομάδα. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους πρόκειται για νοικοκυριά. Το συνολικό χρέος τους δεν ξεπερνά κατά μέσο όρο τα 600 δολάρια. Την ίδια ώρα, εταιρείες και άλλοι μεγάλοι καταναλωτές χρωστούν πάνω από 7.700 δολάρια ο καθένας.
Σύμφωνα με τον τοπικό Τύπο, σχεδόν το 50% των 323.900 λογαριασμών ύδρευσης του περασμένου Μαρτίου δεν είχαν εξοφληθεί ώς την ημερομηνία λήξης τους. Περισσότερα από 80.000 νοικοκυριά καθυστερούν να πληρώσουν τα τέλη ύδρευσης για πολλούς μήνες. Συνολικά, το χρέος από απλήρωτους λογαριασμούς νερού στον Δήμο του Ντιτρόιτ έχει φτάσει τα 175 εκατομμύρια δολάρια!
Το εξοργιστικό είναι ότι μαζί με τις απειλές για διακοπή της υδροδότησης στους "κακοπληρωτές" ήρθαν και νέες αυξήσεις. Το δημοτικό συμβούλιο ψήφισε αύξηση των τιμολογίων κατά 8,7% ακόμη...
Από τις αρχές Απριλίου, που ξεκίνησε η "καμπάνια" για τις καθυστερούμενες οφειλές, ο δήμος έκοψε σχεδόν 7.000 παροχές που οι περισσότερες αφορούσαν νοικοκυριά. Σε πολλά σπίτια η διακοπή έγινε χωρίς καμία προειδοποίηση ή κάποια έγκληση για διακανονισμό του χρέους, αφήνοντας κυριολεκτικά τους ανθρώπους απ' τη μια στιγμή στην άλλη χωρίς τρεχούμενο νερό στις κουζίνες και τις τουαλέτες τους...
Προσφυγή στον ΟΗΕ!
Η ανάλγητη συμπεριφορά των ανθρώπων του δήμου κινητοποίησε ακτιβιστές και λαϊκό κίνημα. Κατήγγειλαν την Υπηρεσία Ύδρευσης ότι κυνηγάει τους πιο ευάλωτους πολίτες για να καλύψει τη δική της διαχειριστική αποτυχία. Οργανώσεις πολιτών και άλλες ομάδες παρέμβασης όπως το «Λαϊκό Συμβούλιο για το Νερό» (Detroit People's Water Board), το «Παρατηρητήριο Τροφίμων και Νερού» (Food and Water Watch) και το «Σχέδιο για τον Γαλάζιο Πλανήτη» (Blue Planet Project) προχώρησαν σε μια πιο ριζοσπαστική κίνηση: Προσέφυγαν στον ΟΗΕ!
Με υπόμνημά τους προς την Καταρίνα Αλμπουκέρκ, Ειδική Εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών για το ανθρώπινο δικαίωμα στο ασφαλές πόσιμο νερό και την υγιεινή, κάλεσαν τον διεθνή οργανισμό να παρέμβει και να λάβει άμεσα μέτρα για την αποκατάσταση της υδροδότησης στους πολίτες του Ντιτρόιτ, αποτρέποντας παράλληλα περαιτέρω διακοπές από τις υπηρεσίες του δήμου.
«Με το να αρνείται την παροχή νερού σε χιλιάδες ανθρώπους, ο Δήμος του Ντιτρόιτ παραβιάζει το ανθρώπινο δικαίωμα στην πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό. Ύστερα από δεκαετίες πολιτικών που βάζουν τις επιχειρήσεις και τα κέρδη πάνω απ' το κοινό συμφέρον (...) είναι σκανδαλώδες και αποτρόπαιο να υποβάλλονται οι άνθρωποι σε μια τέτοια δοκιμασία», αναφέρεται στο υπόμνημα.
Είναι κοινό μυστικό στην πολιτεία του Μίσιγκαν ότι μετά την περυσινή χρεοκοπία του Ντιτρόιτ ο ειδικός διαχειριστής του δήμου Κέβιν Ορ προσπαθεί να ιδιωτικοποιήσει την Υπηρεσία Ύδρευσης και Αποχέτευσης. Οι κομμένες παροχές και οι τελευταίες αυξήσεις θεωρούνται μια προσπάθειά του να προσελκύσει «επενδυτές».
Στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, οι μεγάλες ιδιωτικές εταιρίες ύδρευσης χρεώνουν κατά μέσο όρο τις διπλές τιμές σε σχέση με τις δημοτικές εταιρείες. Την ίδια ώρα εγκαλούνται για προβληματικές υπηρεσίες, μειώσεις προσωπικού, κακή συντήρηση και συχνές διαρροές στο δίκτυο της αποχέτευσης.