Μια κοινωνικά ανάλγητη κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να δείξει την απαραίτητη ευαισθησία στο κομμάτι του αθλητισμού, κυρίως από τη στιγμή που δεν το κάνει σχετικά με το βασικό αγαθό της ζωής, που είναι η υγεία. Κι αν κάποιος εξετάσει με προσοχή τον προϋπολογισμό του 2022 σε ό,τι αφορά τον αθλητισμό, θα διαπιστώσει ότι η κυβέρνηση παραμένει... εχθρική.
Πως αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος την απόλυτα απαξιωτική συμπεριφορά που επιδεικνύει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, δεδομένου ότι είναι ο δεύτερος προϋπολογισμός που κατατίθεται εν μέσω πανδημίας και δεν προβλέπει ουδεμία ενίσχυση στη βάση του αθλητισμού, που τραυματίστηκε ανεπανόρθωτα από τα επαναλαμβανόμενα lockdown;
Σύμφωνα με ανάλυση του εκπαιδευτικού και πρώην γενικού γραμματέα Αθλητισμού Ιούλιου Συναδινού, η οποία δημοσιεύεται στο Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών, o τακτικός προϋπολογισμός του υπουργείου Πολιτισμού - Αθλητισμού (ΥΠΠΟΑ) μαζί με το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) για το 2022 αντιστοιχεί στο 0,05% των συνολικών δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού (417,55 εκατ. ευρώ σε σύνολο 806,74 δισ. ευρώ). Οι δαπάνες για τον πολιτισμό και τον αθλητισμό είναι απογοητευτικές και συνιστούν διόλου κολακευτικό δεδομένο για την ελληνική Πολιτεία».
«Ο αθλητισμός (με φορέα την ΓΓΑ), το 2022 λαμβάνει 93,03 εκατ. ευρώ, έναντι 55,01 εκατ. ευρώ για το 2021, δηλαδή το απειροελάχιστο ποσοστό του 0,01% του συνολικού προϋπολογισμού δαπανών. Έχει ενσωματωθεί ως αύξηση, κυρίως στις Μεταβιβαστικές Πληρωμές (ο κωδικός που αφορά τις παραγωγικές δαπάνες), το ποσό των 35 εκατ. ευρώ, το οποίο προέρχεται από τη φορολόγηση του αθλητικού στοιχήματος.
Έτσι, οι μεταβιβαστικές πληρωμές του 2021 (44,53 εκατ. ευρώ) αυξάνονται σε 82,53 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος του ποσού των 35 εκατ. ευρώ (περίπου τα 29,2 εκατ. ευρώ) έχουν ήδη διατεθεί στις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρείες, ενώ δεν έχει αποδοθεί ακόμα στα ερασιτεχνικά αθλητικά σωματεία ούτε το αντίστοιχο ποσό του 2021.
Η δυνατότητα απορρόφησης του παραπάνω ποσού από τα ερασιτεχνικά σωματεία τίθεται εν αμφιβόλω καθώς, προκειμένου να εισπράξουν τη χρηματοδότηση, πρέπει να παρουσιάζουν έσοδα από χορηγίες, διαφημίσεις, τηλεοπτικά δικαιώματα, συνδρομές μελών και εισιτήρια τουλάχιστον ισόποσα αυτής και να αλλοιώσουν τον ιδρυτικό - ερασιτεχνικό τους χαρακτήρα. (ΚΥΑ, ΦΕΚ Β’, 1075).
Η απόφαση μεταφοράς κομματιού της αθλητικής «πίτας» και δημοσίων εσόδων στις ανώνυμες αθλητικές εταιρείες (ΠΑΕ και ΚΑΕ) αφορά τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, μέρος της οποίας είναι η διανομή δημόσιων πόρων υπέρ αποκλειστικά μεμονωμένων ιδιωτικών συμφερόντων.
Στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του ΥΠΠΟΑ για τον τομέα Αθλητισμού (ΓΓΑ) δεν έχει προβλεφθεί κανένας πόρος (0 ευρώ) για το 2022 για την υποστήριξη των αθλητικών υποδομών. Έχουν αφαιρεθεί, συγκριτικά με το 2020, οι λίγοι πόροι από το εθνικό σκέλος του ΠΔΕ, ενώ για το 2022 έχουν αφαιρεθεί και οι πόροι από το ΕΣΠΑ για τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό της ΓΓΑ (το υπόλοιπο του εν εξελίξει προγράμματος - 400 χιλ. ευρώ).
Παράλληλα, από τα 50 εκατ. ευρώ του Εθνικού Προγράμματος Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που εντάσσονται στον προϋπολογισμό του υπουργείου Πολιτισμού - Αθλητισμού, για τον Τομέα Αθλητισμού δεν προβλέπεται «ούτε μισό ευρώ». Με απλά λόγια: ο αθλητισμός δεν εντοπίζεται ούτε στο Σχέδιο Ανάκαμψης ούτε σε άλλο χρηματοδοτικό εργαλείο.
Η ανάλυση οδηγείται στο εξής συμπέρασμα:
«Από το σχέδιο κρατικού προϋπολογισμού του 2022 αναδεικνύονται πάλι δύο μείζονα στρατηγικά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού αθλητισμού, που δεν λύθηκαν ούτε σε προηγούμενες περιόδους και κυβερνητικές θητείες:
* Πρώτον, ο ελληνικός αθλητισμός λειτουργεί μεν ως οικονομικό εργαλείο, συμβάλλοντας άμεσα ή έμμεσα στη δημιουργία σημαντικού μέρους του εθνικού πλούτου, δεν λαμβάνει όμως -ανταποδοτικά- όσα του αναλογούν.
* Δεύτερον, ο ελληνικός αθλητισμός ασφυκτιά από τις στενές αντιλήψεις του πολιτικού προσωπικού της χώρας (κεντρικού και τοπικού επιπέδου), που τον εκμεταλλεύεται πελατειακά ασχολούμενο κυρίως με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, όντας παράλληλα εγκλωβισμένος μέσα στις γραφειοκρατίες των υπουργείων, στα οποία εντάσσεται ευκαιριακά (πολιτισμού, παιδείας, παλαιότερα τουρισμού κ.λπ.), οι οποίες εκ της εμπειρίας τον απομυζούν συστηματικά.
Η αντίφαση αυτή μπορεί να λυθεί μόνο με μία δομική αλλαγή και με τη στρατηγική απόφαση για τη δημιουργία αυτοτελούς υπουργείου Αθλητισμού και Νέας Γενιάς για την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών αναβάθμισης του αθλητισμού και πολλαπλασιασμού της ωφελιμότητάς του για το σύνολο της κοινωνίας».