Ακόμα και στην εποχή της υποχώρησης κάθε έννοιας κριτικής, ο Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι κρατούσε τα σκήπτρα του "πάπα της κριτικής". Βέβαια για τους λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας ήταν "ο εκτελεστής", προσωνύμιο που αποτύπωσε τη σκληρότητα με την οποία σε πολλές περιπτώσεις υποδέχτηκε συγγραφείς και έργα τους. Ο Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι πέθανε προχθές στη Φραγκφούρτη σε ηλικία 93 ετών. Αδιαμφισβήτητα έχαιρε ευρείας εκτίμησης, παρά το γεγονός ότι δεν χαριζόταν σε κανέναν, ακόμα και σε συγγραφείς του βεληνεκούς ενός Γκίντερ Γκρας, ενός Πέτερ Χάντκε, ενός Μάρτιν Βάλζερ. Ο τελευταίος μάλιστα στο βιβλίο του "Ο θάνατος ενός κριτικού" τον μετατρέπει σε αρνητικό λογοτεχνικό ήρωα αντιδωρίζοντας τις βολές του κριτικού.
Εβραίος πολωνογερμανικής καταγωγής, ο Ρανίτσκι γεννήθηκε στην Πολωνία αλλά παιδί εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο. Διώχθηκε από τους ναζί και πέρασε την περίοδο της ναζιστικής θηριωδίας έγκλειστος σε στρατόπεδο της Βαρσοβίας. Έγραψε πλήθος μελετών και μονογραφιών, συνεργάστηκε με τις εγκυρότερες γερμανικές εφημερίδες ενώ από το 1988 ώς το 2001 διατηρούσε το "Λογοτεχνικό Κουαρτέτο", μια ιδιαίτερα δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία και ακαδημαϊκούς τίτλους. Το 1999 κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία του, που με τον τίτλο "Η ζωή μου" κατέγραψε τον περιπετειώδη βίο του. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος.