"Στα μαλακά" πέφτουν πλέον οι φοροφυγάδες, καθώς τα πρόστιμα τόσο για τυπικές όσο και για ουσιαστικές παραβάσεις καθίστανται ηπιότερα. Μάλιστα, τα μειωμένα πρόστιμα περιλαμβάνουν ακόμη και αυτούς που εκδίδουν πλαστά και εικονικά τιμολόγια, ένα από τα σοβαρότερα παραπτώματα φοροδιαφυγής. Το υπουργείο Οικονομικών "είδε κι απόειδε" από το γεγονός ότι τα ποσοστά των καταλογισθέντων προστίμων που εν τέλει καταλήγουν στα δημόσια ταμεία είναι μονοψήφια (!) και έτσι, αντί να "κυνηγήσει" με μεγαλύτερη ένταση τους φοροφυγάδες, αποφάσισε να αναζητήσει... "ρεαλιστικά πρόστιμα" ώστε αυτά να έχουν κάποιο εισπρακτικό αποτέλεσμα. Το σκεπτικό αυτό θυμίζει τις νεοφιλελεύθερες ιδεολογικές εμμονές με τους μειωμένους φορολογικούς συντελεστές. Όμως, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή μείωσε τους συντελεστές για τις επιχειρήσεις, ήλθε η κατάρρευση των εσόδων.
Πέραν όμως του "ιδεολογικού", υπάρχει και ένα καθαρώς πρακτικό ερώτημα: γιατί μειώνονται και επιβληθέντα πρόστιμα; Και "αγαθές" να είναι οι προθέσεις του υπουργείου, τυχόν καχυποψία των φορολογούμενων ασφαλώς δεν βοηθά την υπόθεση "φορολογική συνείδηση".
Οι μεταβολές στις ποινές και στα πρόστιμα για τις φορολογικές παραβάσεις καταγράφονται σε εγκύκλιο του γενικού γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, Χ. Θεοχάρη, η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής:
Όταν η παράβαση αναφέρεται σε μη έκδοση ή σε ανακριβή έκδοση παραστατικού στοιχείου και έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής, η δε αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 5.000 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό 40% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε, με ελάχιστο ύψος προστίμου στην περίπτωση αυτή το ποσό των 2.500 ευρώ. Όταν το ποσό του προστίμου που υπολογίζεται με βάση το ανωτέρω ποσοστό (40%) δεν υπερβαίνει το ελάχιστο ύψος προστίμου των 2.500 ευρώ που ρητά ορίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις, το ποσό του προστίμου δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.500 ευρώ ανεξαρτήτως της κατηγορίας τήρησης ή απαλλαγής από την υποχρέωση τήρησης βιβλίων.
Σημειώνεται ότι, σε σχέση με τις καταργούμενες διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, αυξήθηκε το όριο της αποκρυβείσας αξίας (από 1.200 ευρώ σε 5.000 ευρώ), ενώ μειώθηκε το ποσοστό της αξίας της συναλλαγής (από 100% σε 40%), για τα οποία επιβάλλεται το πρόστιμο.
Για την έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων, για το χρονικό διάστημα από 26.7.2013 έως και 31.12.2013, επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό 100% της αξίας του στοιχείου,
Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 και εφεξής, όταν το φορολογικό στοιχείο έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε μη νόμιμο τρόπο ή όταν οι αξίες που αναγράφονται στο πρωτότυπο και στο αντίτυπο αυτού, το οποίο χρησιμοποιείται για φορολογικούς σκοπούς, είναι διαφορετικές, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό 100% της αξίας του στοιχείου.
Για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, ανάλογα με το αν η έκδοση των εικονικών φορολογικών στοιχείων είναι ως προς την αξία της συναλλαγής ή ως προς το πρόσωπο, διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:
Σε περίπτωση έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων ως προς την αξία της συναλλαγής επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό 50% της αξίας του στοιχείου. Αν η αξία του στοιχείου είναι μερικώς εικονική, το ως άνω πρόστιμο επιβάλλεται για το μέρος της εικονικής αξίας. Όταν δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της μερικώς εικονικής αξίας, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό 25% της αξίας του στοιχείου.
Σημειώνεται ότι, σε σχέση με τις καταργούμενες διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, δεν λαμβάνεται υπόψη το όριο της εικονικής αξίας (άνω ή κάτω των 1.200 ευρώ), ενώ μειώθηκε το ποσοστό της αξίας της συναλλαγής (από 200% και 100% σε 50% και 25%, αντίστοιχα), για τα οποία επιβάλλεται το πρόστιμο.
Θ.Π.