ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ. ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΑΤΟΣ
Την προσφυγή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εναντίον της Ελλάδας ανακοίνωσε η Κομισιόν για τη συστηματική ρύπανση των υδάτων της, ενώ, παράλληλα, ενεργοποίησε το τελευταίο στάδιο της προδικαστικής διαδικασίας (αιτιολογημένη γνώμη) εναντίον της χώρας μας για παραβιάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας στους τομείς της φορολογίας και της γεωργίας.
Συγκεκριμένα η Κομισιόν προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επειδή η Ελλάδα δεν έχει πάρει τα αναγκαία μέτρα με τα οποία διασφαλίζεται η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της ρύπανσης των υδάτων από νιτρικά άλατα.
Παρά το γεγονός ότι η Οδηγία για την αποφυγή της νιτρορύπανσης έχει αρχίσει να ισχύει από το 1991, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει ακόμη να καθορίσει μια σειρά από ευπρόσβλητες σε νιτρορύπανση ζώνες και δεν έχει θεσπίσει μέτρα, εδώ και 13 χρόνια, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νιτρορύπανσης σ' αυτές τις απροσδιόριστες, ακόμη από την ίδια, ζώνες.
Τα νιτρικά άλατα είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη των φυτών και χρησιμοποιούνται ευρέως έως και καταχρηστικά ως λιπάσματα. Σε υπερβολικές, όμως, ποσότητες, όπως κάνουν οι Έλληνες παραγωγοί χωρίς τη συστηματική παρακολούθησή τους από τις υπηρεσίες του υπουργείου Γεωργίας, προκαλούν σοβαρή ρύπανση του νερού. Παρά την ύπαρξη της σχετικής Οδηγίας η Ελλάδα δεν έχει καθορίσει τις περιοχές που είναι ευπρόσβλητες στη νιτρορύπανση και δεν έχει πάρει τα απαραίτητα μέτρα περιορισμού και πρόληψής της, όπως είναι ο καθορισμός περιόδων απαγόρευσης χρήσης κοπριάς και χημικών λιπασμάτων, η δυνατότητα αποθήκευσης της κοπριάς όταν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί κ.λπ.
Και στο σημείο αυτό η Ελλάδα προσπάθησε να ξεγελάσει τους κοινοτικούς αποφεύγοντας να χαρακτηρίσει περιοχές ευπρόσβλητες στην νιτρορύπανση, ενώ από την ανάλυση του νερού μέσα και γύρω από αυτές φαίνεται καθαρά η κατάχρηση λιπασμάτων που τις μολύνουν.
Φορολογική συνεργασία
Η Κομισιόν ενεργοποίησε το τελευταίο στάδιο πριν από την προσφυγή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (αιτιολογημένη γνώμη) εναντίον της Ελλάδας επειδή οι διαδοχικές κυβερνήσεις της χώρας αδιαφόρησαν και δεν ενσωμάτωσαν στο εθνικό δίκαιο την Κοινοτική Οδηγία τη σχετική με τη διοικητική συνεργασία στον φορολογικό τομέα.
Στόχος αυτής της Οδηγίας είναι η αύξηση της διαφάνειας, η βελτίωση στην ανταλλαγή πληροφοριών και η ενίσχυση της διασυνοριακής συνεργασίας στον φορολογικό τομέα.
Αυτή η Οδηγία περιλαμβάνει πολλές διατάξεις που συμβάλουν αποτελεσματικά στον εντοπισμό των φοροφυγάδων από τις εθνικές φορολογικές διοικήσεις. Εμποδίζει τα κράτη - μέλη να αρνούνται την παροχή πληροφοριών με το επιχείρημα ότι τα στοιχεία σχετικά με ένα ύποπτο φοροδιαφυγής βρίσκονται στην κατοχή χρηματοδοτικών οργανισμών.
Η ίδια Οδηγία καθορίζει επίσης σαφείς προθεσμίες για τη διαβίβαση αυτεπάγγελτης πληροφόρησης -όταν υπάρχουν υποψίες φοροδιαφυγής- και ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου κράτους - μέλους. Προβλέπει, τέλος, κοινά έντυπα, ηλεκτρονικούς μορφότυπους και τυποποιημένες διαδικασίες για να βελτιωθούν η ποιότητα και η ταχύτητα διαβίβασης φορολογικών στοιχείων μεταξύ των εθνικών αρχών.
Πρόκειται για μια Οδηγία - εργαλείο για μια χώρα, την Ελλάδα, που ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να "πιάσει" τους φοροφυγάδες της και φορολογεί συστηματικά τους συνήθεις υπόπτους, τους μισθοσυντήρητους και τους συνταξιούχους.
Και όμως οι κυβερνήσεις της χώρας μας δεν έχουν κάνει απολύτως τίποτε για την εφαρμογή της. Η Κομισιόν δίνει στην Ελλάδα διορία δύο μηνών για να της ανακοινώσει τα μέτρα που πήρε για να συμμορφωθεί σ' αυτή την Οδηγία ειδάλλως θα προσφύγει εναντίον της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Φορολογία γεωργικών προϊόντων
Η Κομισιόν ζήτησε από την Ελλάδα να τροποποιήσει τη διακριτική φορολογική της νομοθεσία στις εισαγωγές γάλακτος, γαλακτοκομικών προϊόντων και κρέατος προερχόμενων από άλλα κράτη - μέλη.
Συγκεκριμένα η χώρα μας επιβάλλει φόρο στην αγορά γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Όμως αυτός ο φόρος δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο και στα εγχώρια προϊόντα, όπως γίνεται με τα αντίστοιχα προϊόντα που εισάγονται από άλλες κοινοτικές χώρες. Ορισμένα εθνικά προϊόντα απαλλάσσονται της φορολογίας και άλλα φορολογούνται σε χαμηλότερα επίπεδα.
Φόρος επιβάλλεται επίσης επί των αγορών τόσο στο εγχώριο όσο και στο εισαγόμενο κρέας. Όμως ο φόρος αυτός χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση του ΕΛΟΓΑΚ, ενός δημόσιου φορέα, ο οποίος παρέχει επιχορηγήσεις σε Έλληνες αγρότες και κατ' επέκταση ωφελεί μόνο τα εγχώρια προϊόντα εις βάρος των εισαγομένων κοινοτικών.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτές οι ελληνικές διατάξεις παραβιάζουν του κανόνες της Ένωσης που απαγορεύουν τα μέτρα που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τους δασμούς και ισοδυναμούν με εσωτερική φορολόγηση που εισάγει διακρίσεις υπέρ των ελληνικών προϊόντων.
Εισαγωγές φυτών για σπορά
Η Κομισιόν υποστηρίζει ότι η ελληνική νομοθεσία παραβιάζει το άρθρο 34 της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων απαιτώντας από κάθε πρόσωπο, ιδιώτη και επαγγελματία, που εισάγει φυτικό πολλαπλασιαστικό υλικό από άλλο κράτος - μέλος, να έχει στην κατοχή του άδεια εμπορίας.
Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι στόχος του νόμου της είναι να προληφθεί η φύτευση μολυσμένου υλικού, προκειμένου να εξασφαλιστεί η προστασία της υγείας των φυτών.
Όμως τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές (υπουργείο Γεωργίας) δεν ικανοποίησαν την Επιτροπή, διότι δεν αντιμετωπίζουν τον πυρήνα των ανησυχιών της, δηλαδή τους όρους υπό τους οποίους χορηγείται η άδεια εμπορίας. Κανένα από τα διατυπωθέντα ελληνικά επιχειρήματα δεν θεωρείται σχετικό με την επίτευξη του στόχου της προστασίας της υγείας των φυτών που να σχετίζεται με τη χορήγηση αδείας εισαγωγής σε πρόσωπα που αγοράζουν πολλαπλασιαστικό υλικό για επαγγελματική χρήση. Και σ' αυτήν την περίπτωση η Ελλάδα έχει δύο μήνες διορία να αλλάξει τη σχετική νομοθεσία της.
Τέλος, η Κομισιόν ζητάει επίσημα από την Ελλάδα να τροποποιήσει την εθνική της νομοθεσία που απαιτεί από όλους τους οινοπαραγωγούς της Σάμου να είναι μέλη του τοπικού συνεταιρισμού οινοπαραγωγών και να παραδίδουν σ' αυτόν τον συνεταιρισμό το σύνολο της παραγωγής του μούστου τους. Ένας παραγωγός που κατήγγειλε στις Βρυξέλλες αυτή την πρακτική υπέβαλε αίτηση για να του χορηγηθεί άδεια ανεξάρτητης παραγωγής, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρέωση συμμετοχής σε μια οργάνωση παραγωγών είναι αντίθετη προς την αρχή της ανοικτής αγοράς.