Σε επικίνδυνη θυσία του απαράμιλλου φυσικού μας περιβάλλοντος για τη στήριξη μιας στρεβλής τουριστικής ανάπτυξης οδηγεί το περιεχόμενο του αναθεωρημένου χωροταξικού τουρισμού, προειδοποιούν η Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, η Ελληνική Εταιρεία και η "Καλλιστώ".
Σε ανακοίνωσή τους, η οποία αποτελεί και την πρώτη αντίδραση, εκφράζουν την πλήρη διαφωνία τους καθώς "το νέο σχέδιο διέπεται από πνεύμα άκριτης αδειοδότησης τουριστικών επενδύσεων που μακροπρόθεσμα θα καταβαραθρώσει περαιτέρω την εθνική μας οικονομία, όπως αποδεικνύει η περίπτωση της Ισπανίας. Η στόχευση του νομοθετήματος για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας ως τουριστικού προορισμού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις προτεινόμενες διατάξεις, οι οποίες οδηγούν μαθηματικά σε πλήρη ισοπέδωση του τουριστικού προϊόντος, το οποίο βασίζεται στα τεράστια ελληνικά συγκριτικά πλεονεκτήματα που είναι η φύση και η πολιτιστική μας κληρονομιά".
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα παραθέτουν την κατάργηση του ανώτατου ορίου που μπορεί να καταλάβει η τουριστική εγκατάσταση σε σχέση με την επιφάνεια ενός νησιού. Θεωρούν αδιανόητο να δίνεται -υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις- η δυνατότητα χωροθέτησης οργανωμένων υποδοχέων τουριστικών δραστηριοτήτων και σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων σε περιοχές του Δικτύου Νatura 2000 και σε εθνικά πάρκα. Επιπλέον επισημαίνουν ότι τα όρια του προβλεπόμενου κλιμακούμενου Συντελεστή Δόμησης είναι ιδιαίτερα ευρεία, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται με ακατανόητο, οριζόντιο τρόπο εκτάσεις με διαφορετική κλίμακα μεγέθους.
Οι τρεις οργανώσεις απαιτούν την πλήρη απαγόρευση της χωροθέτησης οργανωμένων τουριστικών υποδοχέων, τουλάχιστον σε νησιά με έκταση μικρότερη των 130 τ.χλμ., "η οποία είναι ούτως ή άλλως πολύ μικρή". Επιμένουν πως ο σχεδιασμός για τις τουριστικές επενδύσεις οφείλει να λαμβάνει υπ' όψιν τη βιοποικιλότητα, το τοπίο, τη φέρουσα ικανότητα, τους διαθέσιμους φυσικούς και ανθρωπογενείς πόρους, τις υποδομές, το ανάγλυφο του εδάφους, την πυκνότητα του δομημένου χώρου, αλλά και την οικονομική βιωσιμότητα κάθε επένδυσης.