Σε αυστηρή προειδοποίηση ότι ο «απλήρωτος λογαριασμός» των μετεγκαταστάσεων θα πρέπει να πληρωθεί προχώρησε χθες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων εναντίον των κρατών-μελών που δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους. Σύμφωνα με τη μηνιαία έκθεση προόδου για τη μετεγκατάσταση που δημοσίευσε χθες η Επιτροπή, κατά τον μήνα Φεβρουάριο σημειώθηκε νέο ρεκόρ μετεγκαταστάσεων (1.940), αριθμός που όμως είναι πολύ μικρότερος από τον στόχο των 3.000 μεταφορών τον μήνα από την Ελλάδα και 1.500 από την Ιταλία, που έχει μάλιστα εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Συνολικά, σύμφωνα με την Επιτροπή 13.546 μετεγκαταστάσεις έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα, 3.936 από την Ιταλία και 9.610 από την Ελλάδα. «Ο σημερινός ρυθμός δεν θα επιτρέψει τη μετεγκατάσταση του συνόλου των επιλέξιμων αιτούντων άσυλο που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα και την Ιταλία μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2017 - παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο είναι απόλυτα εφικτό» υπογραμμίζει η ανακοίνωση της Επιτροπής.
Επιπλέον, σημειώνεται πως, μέχρι στιγμής, μόνο δύο κράτη-μέλη (η Μάλτα και η Φινλανδία) βρίσκονται σε καλό δρόμο για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, τόσο για την Ιταλία όσο και για την Ελλάδα, ενώ κάποια κράτη-μέλη (η Ουγγαρία, η Αυστρία και η Πολωνία) εξακολουθούν να αρνούνται να συμμετάσχουν στο σχήμα και άλλα κράτη-μέλη συμμετέχουν σε πολύ περιορισμένο βαθμό (η Τσεχία, η Βουλγαρία, η Κροατία και η Σλοβακία).
«Η πίεση στην Ελλάδα και την Ιταλία παραμένει, ενώ ταυτόχρονα έχουν γίνει οι απαραίτητες προετοιμασίες από την πλευρά τους. Δεν υπάρχουν πια δικαιολογίες για τα κράτη-μέλη. Είναι απολύτως εφικτό να μετεγκατασταθούν όλοι όσοι είναι επιλέξιμοι στις δύο χώρες» δήλωσε χθες ο επίτροπος Μετανάστευσης Δημήτρης Αβραμόπουλος. Ο ίδιος ανέφερε ότι απέστειλε κοινή επιστολή με τον υπουργό Εσωτερικών της Μάλτας σε όλους τους αρμόδιους υπουργούς καλώντας τα κράτη-μέλη να αυξήσουν τις προσπάθειές τους, ενώ σημείωσε πως εάν τα κράτη-μέλη δεν εντείνουν τις προσπάθειές τους σύντομα, η Επιτροπή «δεν θα διστάσει» να κάνει χρήση των εξουσιών της που πηγάζουν από τις Συνθήκες. «Το πρόγραμμα μπορεί να τελειώνει τον Σεπτέμβριο, αλλά οι ευθύνες δεν τελειώνουν. Υπάρχει ένας απλήρωτος λογαριασμός και θα πρέπει να πληρώσουν» υπογράμμισε ο Έλληνας επίτροπος.
Οι Βρυξέλλες παρουσίασαν επίσης χθες μια σειρά συστάσεων και «ένα νέο σχέδιο δράσης», προκειμένου να απελαύνονται πολύ πιο συστηματικά οι μετανάστες που δεν έχουν δικαίωμα να λάβουν άσυλο. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται μια σαφής σύσταση για την «πρόληψη του κινδύνου διαφυγής μέσω της κράτησης ατόμων για τα οποία έχει ληφθεί απόφαση επιστροφής και τα οποία αφήνουν να διαφανεί ότι δεν θα συμμορφωθούν, π.χ. αρνούμενα να συνεργαστούν στη διαδικασία ταυτοποίησης ή αντιδρώντας με βίαιο ή δόλιο τρόπο σε μια επιχείρηση επιστροφής».
Σύμφωνα με κοινοτικές πηγές, το πρόβλημα κυρίως έγκειται σε κάποιες χώρες των οποίων η εθνική νομοθεσία θεσπίζει μικρότερα όρια κράτησης, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για να ολοκληρωθεί η διαδικασία επιστροφής. Επίσης, σε ό,τι αφορά την κράτηση των ανηλίκων, σύμφωνα με την Επιτροπή, κάποια κράτη-μέλη έχουν πολύ αυστηρή νομοθεσία που απαγορεύει την κράτησή τους. «Τα μη συνοδευόμενα παιδιά είναι απο τις κύριες προτεραιότητές μας. Θέλουμε να τα προστατεύσουμε. Χιλιάδες παιδιά διαφεύγουν από τα κέντρα και πολλά αγνοούνται. Το ύψιστο συμφέρον του παιδιού είναι ο γνώμονάς μας, και αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την επιστροφή τους. Τα κλειστά κέντρα μπορούν να βοηθήσουν στην προστασία των παιδιών κατά των παρανόμων κυκλωμάτων διακίνησης και κακοποίησης, αν και μόνο ως τελευταία λύση. Σε κλειστά ειδικά για ανηλίκους κέντρα, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των παιδιών» δήλωσε σχετικά ο Έλληνας επίτροπος.
Η Επιτροπή πρότεινε παράλληλα στα κράτη-μέλη να μειώσουν την προθεσμία που έχουν οι μετανάστες για να ασκήσουν έφεση κατά των αποφάσεων για την απέλασή τους. Επίσης προτείνει να τεθούν στη διάθεση των χωρών-μελών 200 εκατομμύρια ευρώ το 2017 «για να υποστηρίξουν τα εθνικά μέτρα αναφορικά με τις απελάσεις καθώς και τις κοινές, ευρωπαϊκές ενέργειες».
Σύμφωνα τέλος με την Επιτροπή, οι διαπραγματεύσεις επανεισδοχής με τρίτες χώρες θα πρέπει να επιταχυνθούν, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «με την άμεση ολοκλήρωση» των συνομιλιών με τη Νιγηρία, την Τυνησία και την Ιορδανία και «την έναρξη διαλόγου με το Μαρόκο και την Αλγερία».