Live τώρα    
Στο σπίτι του Κλωντ Μονέ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Στο σπίτι του Κλωντ Μονέ

Μία περίπου ώρα δρόμο έξω από το κέντρο του Παρισιού, στο χωριό Ζιβερνύ (Giverny) της Νορμανδίας, βρίσκεται ο μαγικός χώρος του μεγάλου ζωγράφου, μετρ του ιμπρεσιονισμού, Κλωντ Μονέ. Τα διάσημα, από τα έργα του, νούφαρα της λίμνης με το γεφυράκι καθώς και η κλαίουσα ιτιά, μας περιμένουν εκεί, αναλλοίωτα, λες, από τον χρόνο...

Το 1883, όταν ο Μονέ ήταν 43 χρόνων, μετακόμισε στο χωριό αυτό με τις λιγοστές φάρμες, δίπλα σ’ ένα πυκνό, σκοτεινό κι επιβλητικό δάσος. Τα χαμηλά πέτρινα σπίτια, κοντά στον ποταμό Ερ (Εure), παραπόταμο του Σηκουάνα, διατηρούνται και σήμερα στη μορφή που είχαν τότε. Μοιάζουν με μικρά φρούρια που προστατεύονται από πέτρινους φράχτες κι από μεγάλες ξύλινες, ψηλές πόρτες, εμποδίζοντας τη θέαση στο εσωτερικό τους: στον κήπο, στο κεντρικό κτήριο και στα μικρότερα βοηθητικά. Όπως είναι, δηλαδή, όλες οι παλιές φάρμες στην επαρχία της Γαλλίας.

Φτάνοντας στο σπίτι του Μονέ, η περιήγηση ξεκινάει από τον «κήπο του νερού», με τη λίμνη με τα νούφαρα. Ο επισκέπτης βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματική χρωματική παλέτα, την οποία μόνο η φύση μπορεί να πλάσει, και οι ιμπρεσιονιστές θέλησαν ν’ αντιγράψουν. Ο Μονέ δημιούργησε έναν επίγειο παράδεισο φυτών, απίστευτης ποικιλίας. Μοιάζει περισσότερο με βοτανικό κήπο, παρά με κήπο σπιτιού. Στο κέντρο υπάρχει, όπως και τότε, η μικρή λίμνη με δύο ξύλινες βαρκούλες, με δύο ξύλινα γεφυράκια, ενώ ένα ποταμάκι διασχίζει τον υπόλοιπο κήπο, περνώντας ανάμεσα από αλέες με άνθη και κλαίουσες ιτιές. Στους ίσκιους τους, παγκάκια για ξεκούραση, ενώ στενοί διάδρομοι επιτρέπουν στο βλέμμα να περιπλανηθεί σε όλα τα φυτά: στις άγριες τριανταφυλλιές και στα κίουι που καλύπτουν τους πέτρινους τοίχους, στις γλυσίνες και στις ντάλιες, στους κατιφέδες και στα τεράστια μπονζάι, που ξεδιπλώνουν μοναδικούς συνδυασμούς χρωμάτων και αποχρώσεων. Δένδρα και λουλούδια αντικατοπτρίζονται στο ήρεμο νερό της λίμνης, η οποία είναι κι αυτή γεμάτη νούφαρα. Οι λιβελούλες και τα βατράχια εντείνουν τα χρωματικά παιχνίδια του νερού, καθώς δημιουργούν ελαφρούς κυματισμούς.

Στον τόπο αυτόν, η ερμηνεία του όρου «ιμπρεσιονισμός» ξεπηδά από μόνη της. Ιμπρεσιονισμός, η εντύπωση που δημιουργείται και πώς μπορεί να τη μεταδώσει ο καλλιτέχνης, αναλύοντας το φως στον καμβά. Το αποτέλεσμα, δηλαδή, που παράγει το φως, πέφτοντας πάνω σε κάτι, το οποίο κάτι (πρόσωπο, αντικείμενο, χώρος...) έχει κι αυτό, το δικό του χρώμα και, φυσικά, τις τρεις διαστάσεις του. Αυτές είναι οι «κινητήριες δυνάμεις» που δημιουργούν σκιές, διαθλάσεις, αντανακλάσεις φωτός και χρωμάτων. Με άλλα λόγια, η δημιουργία ατμόσφαιρας και αισθητικής, με οδηγό τη δύναμη του φωτός. Και η συγκεκριμένη λίμνη, με τα άπειρα χρώματα και τα καθρεφτίσματά της, δημιουργεί το ερέθισμα για την ανάλυσή τους.

Το σπίτι του Μονέ ανακαινίστηκε το 2013. Χοντρός, ροζ σοβάς καλύπτει τους τοίχους εξωτερικά, ενώ όλες οι πόρτες, τα παράθυρα και τα πατζούρια είναι σε χρώμα πράσινο λιβαδιού. Εκτός από τις δύο κρεβατοκάμαρες, όλα τα άλλα δωμάτια έχουν εντυπωσιακά χρώματα. Η είσοδος - χωλ είναι βαμμένη γαλάζια, η τραπεζαρία κίτρινη λεμονί, οι πόρτες ροζ και η κουζίνα «ντυμένη» με ολλανδικά πλακάκια ντελφτ (Delft), ζωγραφισμένα στο χέρι. Τα υπνοδωμάτια, οι διάδρομοι και τα σκαλιά έχουν ξύλινα πατώματα και καλύπτονται από χαλιά, ενώ το δάπεδο στο υπόλοιπο σπίτι έχει πλακάκια, σε καρό, ρομβικό και πολυγωνικό σχέδιο, και σε χρώματα λευκό και κεραμιδί.

Σε όλους τους τοίχους του σπιτιού, παντού, ακόμη και στο μπάνιο, από την οροφή έως το πάτωμα, υπάρχουν σειρές έργων ζωγραφικής, το ένα τοποθετημένο κολλητά δίπλα στο άλλο. Η είσοδος, οι διάδρομοι και τα σκαλιά είναι γεμάτα από την πολύ πλούσια συλλογή χαρακτικών, έργα Γιαπωνέζων καλλιτεχνών, τα οποία ο Μονέ και οι υπόλοιποι της εποχής του καλλιτέχνες συνέλεγαν με μανία. Χαρακτικά, τυπώματα σε χαρτί και έργα με πενάκι των Χοκουσάϊ, Χιροσίγκε, Κουνισάντα, Σανταχίντε, Σαράκου, (Hokusai, Hiroshige, Kunisada, Sadahide, Sharaku) κ.ά. Στο υπόλοιπο σπίτι, βρίσκουμε ιμπρεσιονιστικά έργα, λάδια σε καμβά των Σεζάν, Σινιάκ, Ρενουάρ, Καγιεμπότ, Μπουντέν, Ζονγκίντ, κ.ά. (Cezanne, Signac, Renoir, Caillebotte, Boudin, Jongkind).

Ιδιαίτερης, λιτής αισθητικής, το ψηλοτάβανο σαλόνι, το οποίο ήταν και ατελιέ, με μια πολύ όμορφη τζαμαρία που βλέπει στον κήπο και που επιτρέπει στο φυσικό φως να «κολυμπάει» ελεύθερα στον χώρο. Την ίδια θέα έχει και η κρεβατοκάμαρα του Μονέ, στην οποία άφησε την τελευταία του πνοή, στις 5 Δεκεμβρίου του 1925.

Ο Κλωντ Μονέ γεννήθηκε στο Παρίσι, το 1840, από εύπορη οικογένεια. Σε ηλικία 18 χρόνων πήρε τα πρώτα του μαθήματα από τον Ευγένιο Μπουτά, ο οποίος τον ενθάρρυνε να ζωγραφίζει στην ύπαιθρο και του γνώρισε τον Πισαρό και τον Κουρμπέ. Ο Μονέ απέφευγε να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο και κάτω από την πίεση της θείας του παρακολούθησε μαθήματα μόνο για δύο χρόνια. Εκεί ήρθε σε επαφή με τους Ρενουάρ, Μπαζίλ και Σίσλεϊ, με τους οποίους πλάστηκαν κάτω από τις ίδιες ιδέες για τη ζωγραφική, ιδέες που αργότερα μετουσιώθηκαν στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού. Ήταν το 1874, όταν ο Μονέ συμμετείχε στην πρώτη ομαδική έκθεση των ιμπρεσιονιστών, με τον πίνακα «Εντύπωση, ανατέλλων ήλιος» και ήταν τότε, για πρώτη φορά, που έγινε χρήση του όρου Ιμπρεσιονισμός (impression = εντύπωση) από τον κριτικό τέχνης Λουί Λερόι (Louis Leroy). Ο Μονέ παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Στα 68 του χρόνια, άρχισε να έχει προβλήματα με τα μάτια του και εγχειρίστηκε επιτυχώς, δύο φορές για καταρράκτη. Πέθανε 86 χρόνων, πλούσιος και αναγνωρισμένος ζωγράφος.

Σημαντικές συλλογές έργων του Μονέ υπάρχουν, στο Παρίσι, στα μουσεία Ορανζερί, Μαρμοτάν και Ορσέ. Τα έργα του με τα νούφαρα, που σηματοδοτούν το αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του καλλιτέχνη, βρίσκονται στο μουσείο Ορανζερί. Δύο οβάλ δωμάτια, ενωμένα, διεκδικώντας το σύμβολο του απείρου, «τοποθετούν» τον θεατή στο κέντρο της «λίμνης του». Δεν πρόκειται για μια κλασική αναπαράσταση τοπίου· οι κοίλες επιφάνειες των καμβάδων έχουν δύο μέτρα ύψος και ενενήντα ένα μήκος, καλύπτοντας ολόκληρους τους τοίχους. Στο συγκεκριμένο έργο που ζωγράφιζε τα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του, κατάφερε να μετατρέψει την αντανάκλαση της κινούμενης επιφάνειας της λίμνης, σε καθρέπτη της ψυχής του θεατή. Τον βυθίζει σε μια καθαρή, αγνή και αθόρυβη φύση. Η μισή επιφάνεια των έργων αναπαριστά χρώματα ανατολής, ενώ η άλλη μισή χρώματα της ώρας που χαμηλώνει το φως και το σκοτάδι πλησιάζει. Ιδιαίτερης σημασίας είναι αυτό το δεύτερο μισό, διότι αρχίζει να εισχωρεί σε έναν άλλο κόσμο, εξίσου «σκοτεινό» για την εποχή του. Σαν να οραματίζεται ο καλλιτέχνης το αύριο με την πινελιά και τη ματιά, σαν να μεταπηδά, στην προσπάθειά του να μεταδώσει το συναίσθημα, ανεπαίσθητα στο μέλλον... Στον μετα-ιμπρεσιονισμό, στον αφαιρετικό εξπρεσιονισμό, στον φωβισμό, αγγίζοντας και τον κυβισμό. Έτσι, στρώνει, άθελά του, ο Μονέ το χαλί για τους μετέπειτα, Ρόθκο και Πόλοκ, είκοσι χρόνια περίπου αργότερα!

* Ο Χριστόφορος Κατσαδιώτης είναι χαράκτης - εικαστικός

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0