Το φάντασμα της "υπερσυγκέντρωσης" χρήματος και επιρροής στον ευαίσθητο χώρο των media, με πολλές δυνητικές "διαπλεκόμενες" προεκτάσεις στο πολιτικό σύστημα της χώρας μόλις λίγες ημέρες πριν από τις κρίσιμες εκλογές του Νοεμβρίου, πλανάται πάνω από τις ΗΠΑ μετά την αιφνίδια ανακοίνωση, το Σάββατο, της εξαγοράς του μιντιακού κολοσσού Time Warner από τον επίσης κολοσσό των τηλεπικοινωνιών AT&T έναντι τιμήματος 85,4 δισ. δολαρίων ή 107,50 δολαρίων ανά μετοχή. Το ντιλ που θα πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς, πριν εγκριθεί, για τη "συμβατότητά" του με την, κατά γενική παραδοχή, αυστηρή αντιμονοπωλιακή νομοθεσία των ΗΠΑ, προκαλεί ήδη σοβαρό προβληματισμό και αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον τόσο στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών, που εμφανίστηκε για άλλη μια φορά βαθιά διχασμένο, όσο και σε εκείνο των Ρεπουμπλικανών. Για την αμερικανική οικονομία που "εξορκίζει" τη στασιμότητα με τη διαρκή μόχλευση, πρόκειται για τη μεγαλύτερη συμφωνία της χρονιάς. Ωστόσο, το ότι ανακοινώνεται μόλις δύο εβδομάδες πριν από τις εθνικές εκλογές οδηγεί αναπόφευκτα σε σκέψεις και υποψίες.
Το υπόβαθρο της εξαγοράς παραμένει εν πολλοίς άγνωστο. Ο διευθύνων σύμβουλος της Time Τζεφ Μπιουκς υποστηρίζει ότι η AT&T ήταν η μόνη εταιρεία που προσέγγισε τον όμιλό του και κατέθεσε συγκεκριμένη προσφορά. Αρκετά αμερικανικά μέσα ενημέρωσης είχαν μεταδώσει ότι και η Apple ενδιαφερόταν να αποκτήσει την Time, αλλά δεν ήταν σίγουρο αν επρόκειτο για πληροφορίες που ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή απλές φήμες. Πάντως, το ντιλ δεν είχε την αναμενόμενη θετική αντανάκλαση στη Wall Street, ακόμα μια ένδειξη του προβληματισμού εκ μέρους των επενδυτών. Η μετοχή της Time Warner κατέγραψε πτώση στην προσυνεδριακή διαπραγμάτευσή της κατά 1,4%, στα 88,19 δολάρια, ενώ εκείνη της AT&T σημείωσε απώλειες 2,3%, στα 36,62 δολάρια.
Ο Τραμπ στέκεται ξεκάθαρα αρνητικά απέναντι στη συμφωνία, ενώ η Κλίντον εμφανίζεται πιο διαλλακτική. Η στάση τους αυξάνει τις πιθανότητες να εξεταστεί εξονυχιστικά από τις ρυθμιστικές αρχές το σχέδιο δημιουργίας ενός νέου γίγαντα στον χώρο των μέσων ενημέρωσης. Ειδικά ο πρώτος δηλώνει σφόδρα αντίθετος και ξεκαθαρίζει ότι θα εμποδίσει τη συγχώνευση, φοβούμενος ότι το αντιπολιτευόμενο στην υποψηφιότητά του CNN, που ανήκει στην Time, θα αποκτήσει υπερβολική ισχύ. Ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας έχει επικρίνει τον ρόλο των ΜΜΕ στις εκλογές, κάτι που άλλωστε αποτελεί "δομικό" στοιχείο της πολιτικής αφήγησής του. "Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα συμφωνήσει ποτέ σε μια τέτοια εξαγορά, διότι συγκεντρώνει υπερβολικά μεγάλη εξουσία στα χέρια των λίγων και πολύ ισχυρών" είπε χαρακτηριστικά ο οικονομικός σύμβουλός του Πίτερ Ναβάρο.
Από την πλευρά της, η Κλίντον δεν έχει κάνει η ίδια κάποια άμεση δήλωση. Ο εκπρόσωπός της Μπράιαν Φάλον είπε ότι υπάρχουν "ορισμένα ερωτήματα και ανησυχίες" για τη συμφωνία, αλλά και "πολλές πληροφορίες που θα πρέπει να έρθουν στο φως πριν καταλήξουμε σε συμπεράσματα". Διαβεβαίωσε ότι η Κλίντον πιστεύει ότι η συμφωνία θα πρέπει να εξεταστεί λεπτομερώς από τις ρυθμιστικές αρχές. Για τον Μπέρνι Σάντερς, όμως, τον πρώην αντίπαλό της για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος, η κυβέρνηση πρέπει να "σκοτώσει" τη συγχώνευση, γιατί θα σημάνει ψηλότερες τιμές και λιγότερες επιλογές για τους καταναλωτές. Σημειωτέον ότι η στάση του Σάντερς σε οποιοδήποτε ζήτημα έχει ειδικό βάρος, διότι η Κλίντον χρειάζεται οπωσδήποτε τους νεαρούς υποστηρικτές τού γερουσιαστή ώστε να κερδίσει την προεδρία.