Από συγκλίσεις, αλλά και ιδεολογικές διαφωνίες, που οδήγησαν σε μια πραγματική «Ημέρα προβληματισμού», χαρακτηρίστηκε η ομώνυμη χθεσινή εκδήλωση της Επιτροπής Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου, με τον πρόεδρό της Α. Λιάκο να μιλά «για το κρίσιμο άνοιγμα σε ιδέες που μπορεί να μην συμφωνούμε».
«Τι πολίτες θέλουμε, τι Ευρώπη θέλουμε», είναι τα ζητήματα που πρέπει να δούμε «εν καιρώ κρίσης, εκτός από το εκπαιδευτικό σύστημα», είπε η αναπληρώτρια υπουργός Σία Αναγνωστοπούλου, θίγοντας τις πρόσφατες εξελίξεις σε Βρυξέλλες και Κωνσταντινούπολη, για να συνεχίσει τον χαιρετισμό της τονίζοντας: «Η Ελλάδα έχει μια παράδοση στην εκπαίδευση που έχει επιφέρει σημαντικά αποτελέσματα, αλλά και αδράνειες. Το πώς μπορεί κανείς να ανακαλέσει τα θετικά της παράδοσης είναι το ζητούμενο».
Κριτική στην εφαρμογή μοντέλων από τον Κ. Γαβρόγλου
Η συζήτηση άναψε όταν η MaryKalantzis, κοσμήτορας της σχολής Εκπαίδευσης στο Ιλινόις, είπε πως "αφού τα ποσοστά της ανεργίας είναι υψηλά και ο χρόνος ανεργίας μεγάλος, τότε πρέπει να μπορείς να απαντήσεις για τι προετοιμάζει το σχολείο τα παιδιά",για να συνεχίσει περιγράφοντας ως εργαλείο την αναφορά των εκπροσώπων του διαλόγου και τη συζήτηση επί επιτυχημένων εκπαιδευτικών μοντέλων.
«Η υποχρεωτική εφαρμογή μοντέλων αποτελεί κυρίαρχη και ηγεμονική ιδεολογία που μέσα στην κρίση αναπαράγεται», ήταν το σχετικό σχόλιο του προέδρου της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων Κ. Γαβρόγλου, που αναφέρθηκε στις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας στην κρίση, σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον debate που ακολούθησε.
«Ο Λίνκολν μέσα στον πόλεμο δημιούργησε ένα ελεύθερο εκπαιδευτικό σύστημα για να αποτελέσει τη λύση σε πολλαπλά προβλήματα», δήλωσε η Ελληνοαυστραλέζα καθηγήτρια, με τον Κ. Γαβρόγλου να τονίζει: «Οι συνθήκες της κρίσης αναπαράγονται μέσω αλλων παραγόντων και όχι στην εκπαίδευση».
Στο ίδιο debate η M. Kalantzis αναφέρθηκε στους δασκάλους, που δεν πρέπει να είναι δημόσιοι υπάλληλοι, με τον Κ. Γαβρόγλου να απαντα ότι χρέος της Αριστεράς είναι να επανανοηματοδοτήσει τον όρο «δημόσιος υπάλληλος» με κατεύθυνση την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.
«Η Νέα Μάθηση»
Ξεδιπλώνοντας το δικό τους παράδειγμα για μια «δημοκρατική εκπαίδευση», όπως την αποκάλεσαν, οι διακεκριμένοι καθηγητές στο πανεπιστήμιο του Ιλινόις, Bill Cope και M. Kalantzis, ανέπτυξαν τη θεωρία της «Νέας Μάθησης», που αξιοποιεί τις τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής, πέραν της δασκαλοκεντρικής διδασκαλίας στην τάξη.
Ο Β. Cope εξέφρασε την άποψη -που συζητήθηκε στο περιθώριο της ημερίδας- ότι «τεχνολογία είναι παιδαγωγικά ουδέτερη» και μίλησε για τις μεθόδους που ο ίδιος και η M. Kalantzis επεξεργάζονται ψηφιακά. «Δεν εχουμε δασκάλους, αλλά διαχειριστές της ψηφιακής κοινότητας. Δεν έχουμε μαθητές, αλλά μέλη», είπε, ενώ ασκώντας κριτική στη βαθμολόγηση που αναπαράγει τις ανισότητες και τη σύγκριση μεταξύ των μαθητών επισήμανε πως «ο λόγος για τον οποίο μπορούμε νε ξεχωρίσουμε τους καλούς μαθητές είναι γιατί διαχωρίζουμε την πλειοψηφία ως μέτριους και κάποιους ως αποτυχημένους».
Αμέσως μετά, η υπουργός Παιδείας επί κυβέρνησης των Σοσιαλιστών στην Πορτογαλία (2005 - 2009) Maria de Lurdes Rodrigues παρουσίασε το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που εφάρμοσε στη δημόσια εκπαίδευση στη διάρκεια της θητείας της, με επίκεντρο την αναβάθμιση της ποιότητας των δημόσιων σχολείων για να μειωθεί η σχολική διαρροή και να αντιμετωπιστεί η σχολική αποτυχία.
«Αυτό που κάναμε δεν ήταν μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αλλά η εφαρμογή του νόμου του 1986 για την 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση», τόνισε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά της στο Σχέδιο για την Τεχνολογική Αναβάθμιση των Σχολείων. «Είχαμε 15 μαθητές ανά υπολογιστή το 2007 και 2 μαθητές ανά υπολογιστή το 2010», είπε χαρακτηριστικά. Πάντως, δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα της επιχειρούμενης αξιολόγησης των εκπαιδευτικών που προωθήθηκε τότε με τρόπο που ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις.
ΜΙΝΑ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ