του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Η αρχική μας παρατήρηση αφορά στην εμμονή αναγραφής ονομάτων αλλοδαπών καλλιτεχνών και δημιουργών αποκλειστικά στην ελληνική στα προγράμματα των εθνικών μας φορέων του λόγιου μουσικού πολιτισμού. Διατηρούμε την πεποίθηση ότι, στην παγκοσμιοποιημένη κυριαρχία του λατινικού αλφαβήτου, η τουλάχιστον εφ' άπαξ λατινική αναγραφή ονομάτων σε ένα κείμενο διευκολύνει καθοριστικά την περαιτέρω διαδικτυακή αναζήτηση, αλλά, περαιτέρω, και την ανίχνευση της ορθής προφοράς ονομάτων που δεν επιτρέπει με ακρίβεια η ελληνική. Ο ισχυρισμός δε ότι, ακόμη και αν ένα όνομα αναζητηθεί με την ελληνική αναγραφή του, θα ενεργοποιήσει την ορθή ξενόγλωσση παραπομπή του στο διαδίκτυο ελέγχεται ως ανακριβής. Η περίπτωση του Εσθονού μαέστρου Mihkel Kütson αποτελεί πρόσφατη απόδειξη του ισχυρισμού μας, αφού ταλαιπωρηθήκαμε αρκετά έως ότου ανιχνεύσουμε την πιθανή λατινική ορθογραφία της αναζήτησης (χωρίς το Umlaut της γερμανικής οδηγούμασταν σε... οικονομολόγο) λόγω του ακραιφνώς ελληνικού προγραμματικού δελταρίου συναυλίας που ο Εσθονός διηύθυνε ως προσκεκλημένος αρχιμουσικός της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις 6 Νοεμβρίου.
Με τόσο χώρο δαπανημένο για ένα αξιολογούμενο πιθανώς ως δευτερεύον ζήτημα, ας προβούμε σε μια δεύτερη εισαγωγική διαπίστωση, ότι δηλαδή η ΚΟΑ, παρά το βεβαρημένο παρελθόν της και την οικονομική κρίση, έχει εξελιχθεί σε ένα σώμα εξαιρετικών μουσικών και έχει θεραπεύσει αδυναμίες συγκεκριμένων ομάδων της του παρελθόντος μέσα από την ανανέωσή της με νέα, υψηλού επιπέδου μέλη. Τρεις πρόσφατες συναυλίες της, κατά χρονολογική σειρά υπό τους αρχιμουσικούς Κάρολο Τρικολίδη, τον προμνησθέντα Mihkel Kütson και τον επανελθόντα Juraj Valčuha, υπήρξαν εξόχως επιβεβαιωτικές της εκτίμησής μας ότι το κυμαινόμενο επίπεδο της απόδοσής της δεν οφείλεται στους μουσικούς της, διαπίστωση που και η ίδια η Ορχήστρα επιβεβαίωσε πανηγυρικά με την κατανομή της απόδοσης ποδοκρουσιών επιδοκιμασίας προς το πόντιουμ, αλλά και την κατά περίπτωση εύγλωττη έντασή τους.
Ένα σύντομο αλλά ηλιόλουστο έργο του Μάριου Βάρβογλη υπό τον τίτλο «Πανηγύρι» (1909) εγκαινίασε τη συναυλία της 9ης Οκτωβρίου υπό τον Κάρολο Τρικολίδη, αρχιμουσικό κεντροευρωπαϊκής παιδείας και διαμονής, που επέλεξε να τονίσει μάλλον την ανέμελη και γαλήνια παρά την «πανηγυρική» ποιότητα αυτού του ευχάριστου «συμφωνικού σκίτσου», πλούσιου σε ενορχηστρωτικές πινελιές αναμενόμενης γαλλικής επιρροής λόγω της παιδείας τού μέχρι και σήμερα παραγκωνισμένου συνθέτη, που εξάλλου το συνέθεσε στο Παρίσι. Με τη συνηγορία και αυτής της σύνθεσης, το έργο του απαθανατισμένου από τον Μοντιλιάνι μουσουργού αναμένει επειγόντως την αναβίωσή του προς εμπλουτισμό του εγχώριου συναυλιακού ρεπερτορίου.
Περισσότερο σκεπτικισμό προξένησε η ερμηνεία του Κοντσέρτου για βιολί και ορχήστρα αρ. 1 (1917/1923) του Σεργκέι Προκόφιεφ, ιδίως λόγω της παρουσίας, ως σολίστ, του Γερμανού βιολονίστα Linus Roth, ήδη προσφάτως και διεθνώς διακεκριμένου για την ηχοληψία συγγενών έργων, όπως του μονάκριβου κοντσέρτου για το βιολί του Μωυσέι Βάινμπεργκ, κατά σύμπτωση όμως υπό τη μπαγκέτα του ήδη προμνησθέντος Μίχελ Κύτσον (Challenge Classics, CC 72627, 2014). Ο Ροτ έλαμψε μεν κυριολεκτικά με το Stradivari "Dancla" του έτους 1703, που του έχει παραχωρηθεί, αλλά η οργανωτικά και εκτελεστικά ανεπίληπτη συμβολή του δεν αναίρεσε την συνολική μας αίσθηση μιας ερμηνείας συγκεχυμένης και ανώδυνης, χαμηλής αδρεναλίνης και ελλιπούς εσωτερικής έντασης υπό τον ρομαντισμό εκτεταμένων σελίδων της επιφάνειάς της. Το ανκόρ του υπήρξε απελευθερωτικό όχι μόνο για τον ίδιον ως καλλιτέχνη, αλλά και για μάς ως θεατές.
Οι «Εικόνες από μιαν Έκθεση» του Μοντέστ Μούσσοργκσκυ, που ακολούθησαν στο δεύτερο μέρος της συναυλίας στην ενορχήστρωση του Μωρίς Ραβέλ, υπήρξαν αποκαλυπτικές για τις ευθύνες του μαέστρου σχετικά με το αποτέλεσμα στον Προκόφιεφ. Πέρα από εισαγωγικές αστοχίες συντονισμού, η περιήγηση στην «Έκθεση» με ξεναγό τον Τρικολίδη υπήρξε βαριά και άνευρη, καθυστέρησε να οργανωθεί και, παρά την ενδιαφέρουσα αισθησιακή φόρτιση ορισμένων από τις «εικόνες», δεν κατέδειξε πυξίδα δόμησης ενός συμφωνικού «δάσους» από τα μεμονωμένα «δένδρα». Έτσι παραμείναμε επικεντρωμένοι σε λεπτομέρειες, ενίοτε ευτυχείς, μεμονωμένων πινάκων, χωρίς σύνθεση της παράταξής τους σε οργανικό όλο. Αρκεί;